Επιλογή Σελίδας



Του Γιάννη Φιλέρη

Η επικράτηση της Ισπανίας στον τελικό με την Αργεντινή ολοκλήρωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο της Κίνας. Η ‘φούρια’ ρόχα στέφθηκε πρωταθλήτρια κόσμου, οι Αργεντίνοι πανηγύρισαν τη 2η θέση, η Γαλλία πήρε το χάλκινο, αφήνοντας την Αυστραλία 4η στην κατάταξη. Το καρέ των κορυφαίων για φέτος, αυτό ήταν. Όσοι προέβλεψαν ότι οι Αμερικανοί χωρίς τα πρωτοκλασάτα τους ονόματα, θα έβγαιναν εκτός ζώνης μεταλλίων, δικαιώθηκαν. Άλλοι έπεσαν έξω, γιατί ήταν σίγουροι για θρίαμβο της Σερβίας. Κι άλλοι, όπως εμείς εν συνόλω, διαψεύστηκαν γιατί πίστεψαν ότι είχε έρθει η ώρα της Ελλάδας. Η Εθνική όχι μόνο δεν πλησίασε τα μετάλλια, αλλά έμεινε και εκτός οκτάδας. Τζίφος για άλλη μια φορά. Από το 2009 έχουμε να μπούμε σε τετράδα μιας μεγάλης διοργάνωσης. Ανάλογη ανομβρία το ελληνικό μπάσκετ σε επίπεδο συλλόγων έζησε από το 1998 μέχρι το 2005. Εφτά χρόνια. Τα δέκα είναι ρεκόρ, από το 1987 και μετά. Ας τα πάρουμε με τη σειρά, ωστόσο, για να δούμε πως διαμορφώνεται κάθε φορά το σκηνικό και καταλήγουμε σχεδόν κάθε χρόνο να λέμε τα ίδια πράγματα.

«Είμαστε οι καλύτεροι», αλλά δεν είμαστε…

Πριν από κάθε τουρνουά, υπάρχει μια διάχυτη αισιοδοξία. Κυριαρχεί στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα ότι είμαστε η καλύτερη ομάδα που θα ταξιδέψει στο τουρνουά, χωρίς να:

  • Δούμε κατ’ αρχήν τους αντιπάλους μας
  • Αξιολογήσουμε κανονικά το υλικό μας, χωρίς υπερβολές και χωρίς φουστανέλα
  • Κάνουμε ανάλυση του τουρνουά και των δυσκολιών που έχει κάθε διοργάνωση
  • Δώσουμε βάση στις πραγματικές μας αδυναμίες

Παράδειγμα, φέτος. Η ομάδα πράγματι ήταν καλή. Είχε τον Αντετοκούνμπο, ένα σούπερ-μέγεθος, πλέον, στο παγκόσμιο μπάσκετ, είχε παίκτες έμπειρους από την Ευρωλίγκα, γενικά ένα σύνολο αρκετά αξιόμαχο. Όμως από την αρχή της προετοιμασίας κάναμε την ομάδα καλύτερη απ’ ό,τι ήταν στην ουσία. Εν όψει Κίνας βιαστήκαμε πιο πολύ από κάθε άλλη φορά να δώσουμε χαρακτηρισμούς στην ομάδα. Μέχρι και καλύτερη από εκείνη του 2006 τη βγάλαμε, χωρίς καν να τη δούμε να παίζει στο γήπεδο.

Συν τοις άλλοις, όπως συμβαίνει σχεδόν κάθε φορά, το μυαλό ταξιδεύει πιο γρήγορα απ’ ό,τι απαιτεί η πραγματικότητα. «Με την Τουρκία θα παίξουμε την πρόκριση στους οκτώ και εκεί θα μας περιμένει η Γαλλία», ήταν η επωδός. Μόνο που κάπως έτσι εκτροχιαζόμαστε πολύ εύκολα. Αγνοούμε τις δυσκολίες των θεωρητικά εύκολων αγώνων, που δεν είναι καθόλου τέτοιοι. Υποτιμούμε αντιπάλους, ενώ δεν πρέπει. Κάπως έτσι στην πρώτη σφαλιάρα, χάνουμε το έδαφος κάτω από τα πόδια μας, όπως συνέβη με τη Βραζιλία. Το κακό είναι ότι όλα αυτά δεν τα λένε μέσα από την ομάδα, αλλά όλοι οι άλλοι… έξω απ’ αυτήν. Ακόμη και να μη θέλουν οι παίκτες και κυρίως ο προπονητής επηρεάζονται, λειτουργούν υπό πίεση, με άγχος. Και τελικά όταν γίνεται ο απολογισμός, αποδεικνύεται ότι δεν ήμασταν τόσο καλοί όσο πιστεύαμε. Αν δούμε τις ομάδες που φέτος πήραν μετάλλιο, θα συμφωνήσουμε ότι ήμασταν αρκετά μακριά τους.

Ο πήχης μπαίνει ψηλά από… ψηλά

Κι ενώ ισχύουν όλα αυτά, ο πήχης μπαίνει ψηλά, χωρίς συναίσθηση. Το «πάμε για μετάλλιο» δεν το ακούμε από τον ανώνυμο οπαδό, αλλά από τα πιο ψηλά κλιμάκια της ομοσπονδίας. Το 2013, πριν από το Ευρωμπάσκετ της Σλοβενίας, ο Γιώργος Βασιλακόπουλος δηλώνει στην Κρήτη: «Η Εθνική είναι από τις λίγες ομάδες που θα διεκδικήσουν μετάλλιο. Πάμε για μία πολύ υψηλή θέση. Ποτέ η Εθνική δεν είχε ρόλο κομπάρσου ή δευτεραγωνιστή. Πάμε για να πάρουμε μετάλλιο ή δυνατό να επαναλάβουμε τις επιτυχίες του 1987 και του 2005». Τερματίσαμε 11οι… Έξι χρόνια μετά ο πρόεδρος της ΕΟΚ λέει ξανά τα ίδια. «Στο Παγκόσμιο της Κίνας, θα πάμε με την καλύετρη δυνατή ομάδα και απ’ αυτή δεν μπορεί να λείπει ο Γιάννης. Όλοι μαζί θα διεκδικήσουν την είσοδο στα μετάλλια», δηλώνει στα ‘Νέα’ από τον περασμένο Σεπτέμβριο! Διαμορφώνεται, λοιπόν, ένα σκηνικό όπου το μετάλλιο είναι αυτοσκοπός και η μη κατάκτησή του αποτυχία. Ο οποιοσδήποτε προπονητής, με αυτή τη λόγική, βάζει το κεφάλι του στον ντορβά. Θυμηθείτε ότι όσα ακούει φέτος ο Σκουρτόπουλος, έχουν ακούσει κατά καιρούς όλοι οι προκάτοχοί του από το 2009 και μετά.

Η κατάρα του Ακρόπολις

O Γιάννης Αντετοκούνμπο είδε τους 'ακόλουθους' στα social networks να αυξάνονται κατακόρυφα, στο πρώτο εξάμηνο του 2019 -με αυτήν την τάση να συνεχίζεταιO Γιάννης Αντετοκούνμπο είδε τους ‘ακόλουθους’ στα social networks να αυξάνονται κατακόρυφα, στο πρώτο εξάμηνο του 2019 -με αυτήν την τάση να συνεχίζεται

Οι πραγματικές εκτιμήσεις για τη δυναμική της εκάστοτε Εθνικής μας, διαστρεβλώνονται ως επί το πλείστον και στα τουρνουά Ακρόπολις. Υποτίθεται ότι αυτοί οι αγώνες είναι τα τελικά τεστ της ομάδας εν όψει της μεγάλης διοργάνωσης. Αντί όμως να αντιμετωπιστούν σαν τέτοια τουρνουά, αρχίζει μια φιλολογία, καλύτερα ας πούμε ακατάσχετη φλυαρία, που δεν έχει και νόημα. Η ελληνική ομάδα που μπορεί να παίζει καλά, παρουσιάζεται σαν η παγκόσμια δύναμη του μπάσκετ, με τους Έλληνες διαιτητές να δίνουν διαπιστευτήρια στην ΕΟΚ, λες και είναι υποχρεωμένοι να σφυρίζουν με φουστανέλα και τσαρούχι. Αυτό κάνει κακό εις διπλούν. Πρώτα δεν βλέπουμε την κανονική διάσταση της ομάδας. Κι ύστερα στο πρώτο ανάποδο σφύριγμα, που θα συναντήσουμε στη μεγάλη διοργάνωση, χάνουμε το μυαλό μας. Αν έχουμε συνηθίσει το 100-0, κάθε τι άλλο μας φαίνεται διαφορετικό.

Είναι το μετάλλιο εφικτό;

Πως όμως θα πάρουμε, εν τέλει, το πολυπόθητο μετάλλιο; Έτσι ξαφνικά η ομάδα θα μεταμορφωθεί, θα αρχίσει να σαρώνει τους πάντες και θα παίξει είτε στον μικρό, είτε στον μεγάλο τελικό; Ξεχνάμε ότι από την τελευταία επιτυχία πέρασαν δέκα χρόνια. Ότι από το 2009 και μετά έχει αλλάξει το μπάσκετ στην Ευρώπη, αφού σε επίπεδο εθνικών ομάδων η Γαλλία αναδείχθηκε σε δεύτερη δύναμη πίσω από τους Ισπανούς, επανεμφανίστηκαν οι Σέρβοι, ξεπετάχτηκαν Σλοβένοι και Φινλανδοί (μην κοιτάτε τον αποκλεισμό τους από το Παγκόσμιο, ας όψονται τα παράθυρα). Δεν παίζουμε μόνοι μας. Ξεχνάμε ότι ακόμη και σε επίπεδο συλλόγων το ελληνικό μπάσκετ αρχίζει και υποχωρεί, καθώς έχουμε να δούμε ομάδα στο Final-4 από το 2017, ενώ ο τελευταίος τίτλος κατακτήθηκε το 2013 (από τον Ολυμπιακό).

Ξεχνάμε τέλος τις βασικές αρχές της δημιουργίας μιας ομάδας. Δηλαδή, προπονητής σε σταθερή βάση, ελεύθερος να εργαστεί και να κάνει τις επιλογές που θέλει, κορμός παικτών ο οποίος θα δουλέψει όχι σε μια, αλλά σε δυο-τρεις διοργανώσεις μαζί και κάποια στιγμή θα φτάσει στο πικ της απόδοσής του. Η πορεία των ομάδων που διακρίθηκαν φέτος στο Παγκόσμιο Κύπελλο προέρχεται μέσα από τη συγκεκριμένη φιλοσοφία. Εδώ προσπαθούμε να αντιστρέψουμε τους νόμους. Όχι μόνο του μπάσκετ… Για το τι (κατά τη γνώμη μας, δεν σημαίνει ότι είναι και ο μοναδικός δρόμος) πρέπει να γίνει, δεν χρειάζεται να το επαναλάβουμε. Η δική μας θέση-πρόταση έχει σημειωθεί ήδη.

Πηγή: Contra

Pin It on Pinterest

Shares
Share This