Επιλογή Σελίδας



Του Κώστα Καλλιαντέρη

30 Οκτωβρίου 1960, Βίλα Φιορίτο, Αργεντινή: Ο Ντιέγκο Μαραντόνα ο πρεσβύτερος και η Ντάλμα Σαλβαδόρα Φράνκο καλωσορίζουν στη ζωή το πέμπτο από τα συνολικά οκτώ παιδιά μιας οικογένειας, που καθημερινά πάσχιζε για τα προς το ζην. Ο πατέρας κυνηγούσε το μεροκάματο στις οικοδομές, όντας η μοναδική πηγή εισοδήματος στο σπίτι, καθώς, κατά τα πρότυπα της εποχής, η μητέρα είχε αναλάβει τον απαιτητικό αλλά δίχως οικονομικό αντίκρισμα, ρόλο της φροντίδας οκτώ παιδιών.

Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην οικία Μαραντόνα, η οποία πάλευε με τη μέγγενη της φτώχειας, ουδόλως πτόησε τον νεαρό Ντιέγκο, στο να έρθει σε επαφή με το άθλημα που αρκετά χρόνια αργότερα θα του προσέφερε δόξα, χρήμα και την αίσθηση της υπεροχής.

Ο ξάδερφός του Μπέτο του χαρίζει στα τρίτα του γενέθλια μια μπάλα ποδοσφαίρου, προκαλώντας τον… κεραυνοβόλο έρωτα του Ντιέγκο με το νέο του απόκτημα. Ένας έρωτας που χρειάστηκε αρκετά… τεχνάσματα για να επιβιώσει, καθώς, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε αργότερα ως ενήλικας, κοιμόταν μαζί της στο κρεβάτι του, κρύβοντάς τη μπάλα στην μπλούζα του προκειμένου να μην του την πάρει κανείς. Κυρίως, για να αποφύγει τις τιμωρίες της μητέρας του που τον παρακινούσε να ασχοληθεί με το σχολείο και τις σπουδές του.

Την πορεία του Μαραντόνα προς την κορυφή αρκετοί τη γνωρίζουν, ή έστω την έχουν διαβάσει σε τίτλους. Ωστόσο, το στοιχείο που δεν είναι ευρέως γνωστό, αφορά το ποδοσφαιρικό ξεκίνημα του Ντιεγκίτο, που χρωστά αρκετά στα… κρεμμύδια!

«Los Cebollitas», ή αλλιώς… «Τα Κρεμμυδάκια»: Αυτή η συνοικιακή ομάδα με τον περίεργο τίτλο αποτέλεσε το πρώτο κάλεσμα του οργανωμένου ποδοσφαίρου στον Ντιέγκο Μαραντόνα. Φόρεσε τη φανέλα της ομάδας με το… ασυνήθιστο όνομα (που στο μέλλον έγινε τίτλος εφηβικής σειράς, η οποία προβλήθηκε και στην Ελλάδα, μέσω της ΕΡΤ, με τίτλο »Οι Ατρόμητοι» και την κόρη του, Ντάλμα, σε πρωταγωνιστικό ρόλο) σε ηλικία εννέα ετών και δεν άργησε να κινήσει το ενδιαφέρον της Αρχεντίνος Τζούνιορς, σύλλογος που τον καλωσόρισε στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο.

Αρχεντίνος Τζούνιορς (1976-81), Μπόκα Τζούνιορς (1981-82), Μπαρτσελόνα (1982-84), Νάπολι (1984-91), Σεβίλλη (1992-93), Νιούελς Όλντ Μπόις (1993-94) και ξανά Μπόκα Τζούνιορς (1995-97) συνθέτουν το παλμαρέ της πορείας του Μαραντόνα στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο, από κοινού με τις 91 συμμετοχές του με την εθνική Αργεντινής.

Όσο για τους τίτλους; Αυτοί μπορεί να μη γεμίζουν ολόκληρα δωμάτια, όπως στην περίπτωση του… ορισθέντα ως διαδόχου του, Λιονέλ Μέσι, αλλά καθείς εξ αυτών έχει τη δική του σημασία και φυσικά, την υπογραφή του.

Στη συλλογή του υπάρχουν δύο Παγκόσμια Κύπελλα, με την Ελπίδων το 1979 και με την Ανδρών το 1986. Ένα πρωτάθλημα με τη Μπόκα Τζούνιορς (1981), δύο τρόπαια με τη Μπαρτσελόνα (1983), πέντε με τη Νάπολι (Πρωτάθλημα το 1987 και το 1990, Coppa Italia το 1987, Kύπελλο UEFA το 1989 και το Σούπερ Καπ του 1990).

Το χέρι του… Θεού

Το αθάνατο αριστερό χέρι, το «χέρι του θεού», ή αλλιώς η πιο δοξασμένη παρανομία στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Η φάση στην οποία ο Μαραντόνα ξεδίπλωσε στο έπακρο όλες τις… πτυχές του χαρακτήρα του, σε θετικό αλλά και σε αρνητικό βαθμό.

Η ιστορία έχει ως εξής: Στις 22 Ιουνίου του 1986, στο στάδιο «Αζτέκα» του Μεξικό, η μετέπειτα πρωταθλήτρια κόσμου, Αργεντινή, αντιμετώπιζε την Αγγλία, στο πλαίσιο της προημιτελικής φάσης του Μουντιάλ.

Το συναπάντημα αυτό δεν αφορούσε μονάχα δύο ποδοσφαιρικές ομάδες, αλλά δύο ορκισμένους… εχθρούς. Εκείνη την ημέρα, σε εκείνο το ματς, δεν αντιπαρατίθονταν δύο εθνικές ομάδες, αλλά δύο χώρες τις οποίες χώριζε το μίσος, που πήγαζε από μια, άδοξη για πολλούς, πολεμική σύρραξη στα νησιά Φώκλαντς, τα οποία οι Άγγλοι πήραν από τους Αργεντίνους τέσσερα χρόνια νωρίτερα.

Συν αυτώ, οι συμπατριώτες του Μαραντόνα τα είχαν «μαζεμένα» στους Άγγλους και σε… ποδοσφαιρικό επίπεδο, όταν στο Μουντιάλ του 1966, οι οικοδεσπότες επικράτησαν της Αργεντινής με τη «σκανδαλώδη» βοήθεια της διαιτησίας. Για όλα τα παραπάνω, υποσχέθηκε και ανέλαβε να πάρει εκδίκηση ο Ντιέγκο.

Βρισκόμαστε στο 51ο λεπτό και στο ματς δεν υπάρχει σκορ. Ο Στιβ Χοτζ προσπαθεί με άτσαλο τρόπο να γυρίσει τη μπάλα στον Πίτερ Σίλτον. Ο Μαραντόνα «οσμίζεται» την ευκαιρία και προτού ο Σίλτον προλάβει να τον »σκεπάσει», όντας αρκετούς πόντους ψηλότερος από εκείνον, χτυπάει τη μπάλα με τη γροθιά του και τη στέλνει στα δίχτυα…

«Ελάτε ρε μ@λ@κες να με αγκαλιάσετε»

Ο Τυνήσιος διαιτητής Μπιν Νάσερ δεν έχει καταλάβει τι συνέβη. Άπαντες στον αγωνιστικό χώρο είχαν »παγώσει», περιμένοντας προφανώς να επικυρωθεί η παράβαση. Ώσπου ακούγεται μια φωνή:

«Ελάτε ρε μ@λ@κες να με αγκαλιάσετε, αλλιώς ο διαιτητής θα το πάρει χαμπάρι και δεν θα το μετρήσει!». Αυτή ήταν η παραίνεση του Μαραντόνα προς τους συμπαίκτες του που, ακολούθησαν δίχως δεύτερη σκέψη τον ηγέτη τους και το γκολ… πέρασε στην ιστορία! Όπως ανέφερε αργότερα στη συνέντευξη Τύπου: »Το γκολ αυτό είχε λίγο από το κεφάλι του Μαραντόνα και λίγο από το… χέρι του θεού (Mano de Dios)».

Βέβαια, για να μην υπάρξουν οι παραμικρές «σκιές», ο Μαραντόνα φρόντισε να «σφραγίσει» την πρόκριση της Αργεντινής με έναν ΕΠΙΚΟ τρόπο. Πήρε τη μπάλα από το κέντρο, πέρασε πέντε Άγγλους (έναν μάλιστα τον ντρίμπλαρε εις διπλούν) και σκόραρε το «γκολ του αιώνα» όπως χαρακτηρίστηκε αργότερα.

Μαραντόνα και κοκαΐνη

Η σχέση του Μαραντόνα με την «λευκή γυναίκα», την κοκαΐνη, άρχισε από την εποχή που αγωνιζόταν στη Μπαρτσελόνα. Η πορεία του Ντιέγκο με τα ναρκωτικά διήρκεσε πάνω από δύο δεκαετίες, φέρνοντας τον ήρωά μας αρκετές φορές στα πρόθυρα του πλήρους ευτελισμού, αλλά και του θανάτου.

Στη Βαρκελώνη, άρχισε τη γνωριμία του με τα ναρκωτικά και στη Νάπολι, η περιστασιακή χρήση μετατράπηκε σε καθημερινότητα, με τον Μαραντόνα να μπλέκει σε πολύ μεγαλύτερους μπελάδες απ’ όσους θα μπορούσε να φανταστεί. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ιταλία, ο Ντιέγκο έζησε το απόλυτο κοντράστ συναισθημάτων, με τη φήμη του να γιγαντώνεται παράλληλα με τα προβλήματά του.

Μπλεξίματα με την Καμόρα, η οποία δεν τον άφηνε ήσυχο, καθώς ο ίδιος της είχε δώσει δικαίωμα να παρεμβαίνει στη ζωή του. Παράλληλα, ως μόνιμος χρήστης, έβλεπε το σώμα του να καταρρέει, αφού πρώτιστα… μεγάλωνε συνεχώς, με τον ίδιο να φτάνει να ζυγίζει τριψήφιο αριθμό κιλών.

Στις 26 Απριλίου 1999 ο Ντιέγκο Μαραντόνα συλλαμβάνεται στο Μπουένος Άιρες για κατοχή ναρκωτικών. Ο εθισμός του ήταν γνωστός σε όλο τον πλανήτη. Η χρήση κοκαϊνης κράτησε για 20 χρόνια. Τα προβλήματα που αντιμετώπισε ήταν πολλά. Τόσο μεγάλα, που πολλές φορές λίγο έλειψε να του στερήσουν (όχι μόνο τη σπουδαία καριέρα του, αλλά) την ίδια του τη ζωή. Ο εθισμός στον «λευκό θάνατο»

Χρήστης κοκαΐνης από το 1983 μέχρι και το 2004, εθισμένος στα χρόνια της Νάπολι, ο Μαραντόνα υπέστη δύο φορές καρδιακό επεισόδιο εξαιτίας υπερβολικής δόσης. Η δεύτερη και πιο σοβαρή φορά, το 2004, μπήκε σε μηχανική υποστήριξη κι έξω από το νοσοκομείο είχαν συγκεντρωθεί δεκάδες θαυμαστές του για να προσευχηθούν.

Μαραντόνα και νοσοκομεία

Η κατάσταση ήταν πολύ κρίσιμη, ωστόσο κατάφερε να βγει ζωντανός. Οι επισκέψεις του στην Κούβα για αποτοξίνωση δεν είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα και μετά από το τελευταίο περιστατικό, η οικογένειά του ανέλαβε την κηδεμονία του και του απαγόρευσε να επιστρέψει στην Αβάνα.

Τον Μάρτιο του 2007 βρέθηκε ξανά στο νοσοκομείο, αυτήν τη φορά με πρόβλημα ηπατίτιδας και κατάχρησης αλκοόλ. Πήρε εξιτήριο, όμως διακομίστηκε ξανά δύο ημέρες μετά, με συνέπεια να αρχίσουν οι φήμες περί θανάτου και οι κόρες του να βγαίνουν σε τηλεοπτικές εκπομπές για διαψεύσεις. Μία ημέρα μετά από το δεύτερο εξιτήριο, ανακοίνωσε ότι σταματάει τις καταχρήσεις και ότι συμπλήρωνε ήδη 2,5 χρόνια μακριά από τα ναρκωτικά.

«Ξέρεις τι παίκτης θα ήμουν αν δεν είχα πάρει κοκαΐνη; Τι παίκτη χάσαμε;»

Στη συγκλονιστική εξομολόγησή του στον Εμίρ Κουστουρίτσα, ο Μαραντόνα αφηγείται πώς έζησε αυτές τις καταστάσεις, με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Το πάθος στα μάτια του και το τρέμουλο στη φωνή συνοδεύουν ιδανικά τα όσα κατέθεσε από καρδιάς. Η συγκεκριμένη συνέντευξη, μάλιστα, πραγματοποιήθηκε μετά από την καρδιακή προσβολή που υπέστη το 2004, με τον Μαραντόνα να βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση σε σχέση με το 2003, όταν και άρχισαν τα γυρίσματα για την ταινία. Ο λόγος στον Ντιέγκο Μαραντόνα…

Για την περιπέτειά του με την κοκαΐνη

«Η κοκαΐνη, αντί να με κάνει καλύτερο, με έκανε να κλειστώ στον εαυτό μου. Και όποιες ερωτήσεις είχα, που ήθελα να κάνω στην Κλαούντια, τις κρατούσα μέσα μου και δεν ήξερα τις απαντήσεις. Μοναξιά, πίκρα, νοσταλγία, αυτά σου δίνει. Ήταν όλα μέσα στο κορμί μου, ήταν το μεγαλύτερο φορτίο μου. Η «γριά» μου θέλησε να με κάνει να σταματήσω 1.000 φορές, ήθελε να με ρωτήσει πράγματα και έφτασα να της λέω ψέματα εξαιτίας της κοκαΐνης».

«Το να βάλω γκολ μπροστά σε 100.000 κόσμο όπως με την Αγγλία, ήταν φυσιολογικό για μένα, ήταν η ζωή μου. Όταν αποτοξινώθηκα, ήμουν όπως όλοι σας, μπορούσα να σας μιλήσω. Η κοκαΐνη με έκανε χάλια. Όταν άφηναν ελεύθερο τον τίγρη, όταν έβγαινα στο γήπεδο, είχα εγώ τον έλεγχο. Ξέρεις τι παίχτης θα ήμουν αν δεν είχα πάρει κοκαΐνη; Τι παίκτη χάσαμε; Σου αφήνει μία άσχημη γεύση. Θα μπορούσα να είμαι πολύ περισσότερα. Αλήθεια, έτσι είναι.

Γεννήθηκα μέσα στο ποδόσφαιρο. Ήξερα τι θα γινόμουν, αλλά δεν ήξερα ότι θα παίρνω κοκαΐνη. Ήξερα ότι θα αγόραζα σπίτι στη μητέρα μου, ότι θα παντρευόμουν και θα έκανα οικογένεια, ότι θα γύριζα τον κόσμο και ότι θα έπαιρνα τίτλο με την Αργεντινή. Τα είχα πει όταν ήμουν τόσος. Υπάρχουν σε ταινία. Τα ήξερα όλα αυτά. Υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία σήμερα νιώθω τρομερά ένοχος. Ο κόσμος μπορεί να πει ότι είμαι καλά, καλύτερα από πριν, αλλά όχι μέσα μου. Ξέρω τα λάθη που έχω κάνει. Και δεν μπορώ να τα αλλάξω».

«Μπαμπά μην πεθάνεις γαμώτο. Με με αφήσεις μόνη»

«Είχα πεθάνει. Αλλά δεν πέθανα επειδή αυτός εκεί πάνω δεν ήθελε να πεθάνω. Αλλά είχα πεθάνει. Ήταν λες και το αίμα ήταν πηγμένο και δεν με άφηνε να ανοίξω τα μάτια μου. Ήταν τρομερό, δεν μπορούσα να ξεφύγω. Θυμάμαι ότι ένιωθα πως ήθελα να φύγω, αλλά δεν μπορούσα. Υπήρχε αυτό το πηγμένο αίμα που δεν μπορούσα να διώξω και να ξυπνήσω. Αργότερα, η Ντάλμα μου είπε ότι η Τζιανίνα μου τραβούσε την μπλούζα και έλεγε: ‘Μπαμπά μην πεθάνεις γαμώτο. Μη με αφήσεις μόνη. Να μείνεις μαζί μου’. Δεν άκουγα την κόρη μου. Ήμουν σε κώμα, είχα πεθάνει. Αυτό που έγινε ήταν ότι αυτός εκεί πάνω είπε ‘όχι ακόμα’».

«Θα ήμουν ευχαριστημένος εάν περνούσα χρόνο με την Ντάλμα όταν ερχόταν να με ξυπνήσει και να μην τη φοβόμουν. Η Ντάλμα ερχόταν να με ξυπνήσει κι εγώ ήμουν μαστουρωμένος. Η Τζιανίνα με χαστούκιζε και δεν ένιωθα τίποτα. Έπαιρνα ναρκωτικά. Αυτό θα με έκανε ευτυχισμένο, να έβλεπα τις κόρες μου να μεγαλώνουν όπως η σύζυγός μου. Ζηλεύω την Κλαούντια. Έζησε πολύτιμες στιγμές με την Ντάλμα και την Τζιανίνα. Τώρα, όταν τις βλέπω στο βίντεο που μου δείχνει η Κλαούντια μερικές φορές, λέω ‘κοίτα τι έχασα. Τι μαλάκας ήμουν που τα έχασα όλα αυτά».

«Κατέστρεψα ό,τι πολυτιμότερο σε συναισθηματική αξία»

«Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Κατέστρεψα ό,τι πολυτιμότερο σε συναισθηματική αξία. Νιώθω τύψεις μέσα μου. Αυτό νιώθω σήμερα, επειδή δεν γιόρτασα ποτέ κανονικά τα γενέθλια με την Τζιανίνα, ούτε τα γενέθλια της Ντάλμα. Όταν ερχόταν η γιορτή, πήγαινα να ‘φτιαχτώ’. Δεν ένιωθα τίποτα. Ήξερα ότι ήταν οι κόρες μου, αλλά δεν ένιωθα τίποτα, ότι μπορούσαμε να αγκαλιαστούμε. Ένιωθα ότι οι κόρες μου ήξεραν ότι έπαιρνα ναρκωτικά. Η Ντάλμα, όταν πήγαινα να τη φιλήσω, απομακρυνόταν. Η άλλη όχι, η χοντρούλα με τον χαρακτήρα της ερχόταν και με τραβούσε κι έπεφτε πάνω μου. Όμως η άλλη όχι».

«Είμαι από σάρκα και οστά. Κάνω λάθη όπως όλοι σας, αλλά μερικές φορές είμαι σωστός. Και πάνω απ’ όλα, ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο για μένα και το διδάσκω στα κορίτσια μου: Η ελευθερία και τα αισθήματα δεν εξαγοράζονται».

Πηγή: Page News

Pin It on Pinterest

Shares
Share This