Επιλογή Σελίδας



Του Παντελή Βλαχόπουλου

Είναι περίπου δεδομένο ότι όταν με “κάλεσαν” να προλογίσω τούτο το αφιέρωμα για τον Παύλο Γιαννακόπουλο δεν μπορούσα να αρνηθώ. Προφανώς και υπάρχουν πολλοί ακόμη που συνδέθηκαν μαζί του (και περισσότερο από την αφεντιά μου) τα 30 και βάλε χρόνια της ενασχόλησης του με το μπάσκετ, αλλά θεωρώ ότι είμαι από εκείνους που νιώθουν υπερβολικά χαρούμενοι, γιατί τους τίμησε με τον σεβασμό, την εκτίμηση και την αγάπη του.

Ο πρόεδρος της διπλανής πόρτας

Προλογίζει ο Δημήτρης Καρύδας – δημοσιογράφος NOVA

Ακόμη και τις μπόλικες φορές που έτυχε κάτι που έγραψα στα έντυπα της εποχής ή είπα στην τηλεόραση στη διάρκεια μιας μετάδοσης να μην του άρεσε. Ακόμη και τότε ο Παύλος έδειχνε πόσο σπουδαίος και συνάμα πόσο απλός άνθρωπος ήταν. Δεν χρησιμοποιούσε μεσάζοντες και μαντατοφόρους. Σήκωνε το τηλέφωνο και το πρώτο που άκουγες ήταν “βρε, μπαγάσα, γιατί δεν με ρώτησες πριν το γράψεις; Υπήρχε περίπτωση να σου πω ψέματα; Σε έχω κοροϊδέψει ποτέ;”. Ακόμη, όμως και στo παράπονο του η αστική ευγένεια που τον ακολουθούσε σε κάθε βήμα δεν κρυβόταν εύκολα.

Έχω ακούσει για εργαζόμενους στη Βιανέξ που έπιναν νερό στο όνομα του γιατί στάθηκε δίπλα τους, πολλές φορές, χωρίς να του το ζητήσουν οι ίδιοι σε προσωπικά ή οικογενειακά προβλήματα τους. Απλούς ανθρώπους και όχι πλουσιοπάροχα αμειβόμενους μπασκετμπολίστες που τους ευεργέτησε χωρίς την προσδοκία ανταπόδοσης. Αλλά καλύτερα να γράψω μερικά ελάχιστα γεγονότα από την προσωπική μου εμπειρία.

Τον γνώρισα την άνοιξη του 1987 όταν κυκλοφόρησε η φήμη ότι ήθελε να ανακατευτεί με το μπάσκετ του Παναθηναϊκού που τότε φυτοζωούσε και σπαραζόταν από εσωτερικές έριδες. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν εκπομπές για celebrities, διαδίκτυο και  social media. Τα λίγα που ξέραμε για λόγου του ήταν ότι είχε οικονομική ευρωστία, ήταν αθεράπευτα Παναθηναϊκός και ότι δεν είχε καταφέρει μερικά χρόνια νωρίτερα να αποκτήσει την πλειοψηφία στο πρώτο μετοχικό σχήμα της ποδοσφαιρικής ομάδας.

Όταν κατάφερα να κλείσω ραντεβού μαζί του και βρέθηκα σε μια πάροδο της πλατείας Ομονοίας στο κτίριο που στέγαζε τα τότε γραφεία της Βιανέξ είδα ένα άνθρωπο φιλικό, καλοσυνάτο που ξεκίνησε να μου μιλάει και για την επόμενη ώρα μου είχε ξετυλίξει τον μίτο της σχεδόν μυθιστορηματικής ζωής του. Για το πώς ορφάνεψε, πως δούλεψε σκληρά για να σπουδάσουν τα δύο αδέλφια του, πως μετέτρεψε μια φαρμακαποθήκη σε ένα εκκολαπτόμενο, εκείνη την εποχή, κολοσσό. Και για τους δύο ανθρώπους που αγαπούσε περισσότερο από τη δουλειά του. Τη σύντροφο της ζωής του, την κυρία Δέσποινα και τον μοναχογιό του τον Δημήτρη. “Άτακτος και ζωηρός είναι ο μπαγάσας, αλλά του έχω αδυναμία”.

Στο τέλος της κουβέντας είχα μάθει σχεδόν τα πάντα για τη φαμίλια και τις δουλειές του αλλά τίποτε που μπορούσα να γράψω. Όταν του ζήτησα μια δήλωση για τον Παναθηναϊκό μου πρότεινε να πάμε για φαγητό. Πήγαμε σε ένα ταπεινό κουτούκι στην πλατεία Βικτωρίας, δύο βήματα από το σπίτι του. Οι σερβιτόροι και ο ιδιοκτήτης τσακίστηκαν να μας εξυπηρετήσουν. Στο τέλος του γεύματος είχα καταφέρει με χίλια ζόρια να του αποσπάσω μια δήλωση που έμελλε να αποδειχθεί προφητική: “Δεν θέλω να γράψεις πολλά”, μου είπε. “Γράψε μόνο ότι αν μου δώσουν την ομάδα μπάσκετ θα βάλω με το καλημέρα 50 εκατομμύρια δραχμές και θα κάνω τον Παναθηναϊκό μια ομάδα που θα μιλάει όλη η Ευρώπη”.

Το΄πε και το έκανε. Έβαλε φυσικά πολύ περισσότερα από εκείνα τα 50 εκατομμύρια δραχμές που έμοιαζαν για τα δεδομένα του 1987 μυθικό ποσό. Ξεπέρασε πολλές πίκρες, αποτυχίες σχεδόν μιας δεκαετίας, προδομένες προσδοκίες, δεν έκανε βήμα πίσω όταν χρειάστηκε το 2003 λόγω Ολυμπιακών Αγώνων η ομάδα να μετακομίσει στις λαμαρίνες του Σπόρτιγκ και δικαιώθηκε από την ιστορία. Τις δουλειές του μέχρι που εμφανίστηκε ο Ομπράντοβιτς και έγινε ο πρώτος άνθρωπος που εμπιστεύθηκε “εν λευκώ” είχε μάθει να τις κάνει μόνος του.

Κάποτε στα γραφεία του που είχαν μεταφερθεί πλέον στο Μαρούσι μου έδειξε ένα σχολικό τετράδιο. “Εδώ γράφω τι παίρνουν οι παίκτες, κάθε πότε πρέπει να πληρώνονται και κρατάω τα οικονομικά της ομάδας”, μου είπε. “Πρόεδρε, αφού υπάρχουν οι λογιστές σας, τι το θέλετε το τεφτέρι”, τον ρώτησα. Πάντα στον πληθυντικό, παρότι μου είχε δώσει το ελεύθερο να του μιλάω στον ενικό, δικαίωμα που ποτέ δεν χρησιμοποίησα. Με κοίταξε και έβαλε τα γέλια. “Εγώ, αγαπητέ μου, τις δουλειές μου τις κάνω μόνος μου”. Για αυτό οδηγούσε μέχρι που έφτασε σε προχωρημένη ηλικία το αυτοκίνητο μόνος του, ποτέ δεν είχε προσωπική φρουρά και για αυτό απόλαυσε το σπάνιο προνόμιο να μην γίνει υβριστικό σύνθημα στα χείλια των αντιπάλων οπαδών. Ποτέ! Και αυτό είναι ίσως μεγαλύτερο επίτευγμα και από τα έξι Ευρωπαϊκά και τους δεκάδες τίτλους. Μην ξεχνάμε τη χώρα που ζούμε.

“Ο Ολυμπιακός είναι και θα είναι ο ταξικός εχθρός”, μου έλεγε πάντα γελώντας. “Αλλά με τον Σωκράτη τον Κόκκαλη είμαστε στενοί φίλοι, κάνουμε παρέα”, μου αποκάλυψε μια άλλη φορά. “Ξέρει όμως ότι την εβδομάδα που παίζουμε αντίπαλοι είμαστε αυτό ακριβώς. Ορκισμένοι αντίπαλοι. Αλλά μόνο τότε και για τα 40 λεπτά του αγώνα. Μετά πάλι φίλοι ό,τι και να γίνει στον αγώνα”.

Δύο πράγματα μπορούσαν να τον κάνουν έξω φρενών και να τον βγάλουν από τα ρούχα του. Να ασχοληθούν οι δημοσιογράφοι με τις δουλειές και την οικογένεια του. Μου είχε ξεκαθαρίσει ότι “για μένα γράψε ότι θέλεις αλλά μην ακουμπήσεις ποτέ την οικογένεια μου και τις δουλειές μου. Δεν θα σου ξαναμιλήσω”. Ένα βράδυ με πήρε σε έξαλλη κατάσταση. Προς χάρη αστεϊσμού κάποιος συνάδελφος είχε γράψει ότι ακρίβυνε η ασπιρίνη και ο Παύλος θα σαρώσει στις μεταγραφές το καλοκαίρι. “Το είδες τι έγραψε το παλιόπαιδο”, άρχισε να μου λέει και όταν προσπάθησα να του εξηγήσω ότι το έγραψε για πλάκα τον θύμωσα περισσότερο. “Πλάκα να κάνει με τα μούτρα του. Λες και περιμένω από τις ασπιρίνες να πάρω ένα παίκτη. Να δεις τι θα κάνω το καλοκαίρι”. Ήταν, αν θυμάμαι, καλά χειμώνας του 1996. λίγο πριν πατήσει στα μέρη μας ο Ντομινίκ Ουίλκινς.

Θύμωνε επίσης αν κάποιος άφηνε την υπόνοια ότι κέρδιζε λεφτά από τον Παναθηναϊκό! Δεν δέχτηκε ποτέ να μπει χορηγός δίπλα από το όνομα της ομάδας παρότι υπήρχαν εταιρείες που του έδιναν ασύλληπτα ποσά. Παραμονές του τελικού στο Παρίσι τρώγαμε παρέα σε ένα μπιστρό και όταν του είπα ότι ήταν η πρώτη χρονιά με κέρδος για την ομάδα, αφού λόγω Ντομινίκ ο Παναθηναϊκός είχε πουλήσει χιλιάδες διαρκείας γύρισε και μου απάντησε σοβαρός: “Αυτό που θα σου πω θα το γράψεις. Ναι, πρώτη φορά κερδίσαμε λεφτά. Θα βγάλουμε ένα εκατομμύριο δραχμές παραπάνω από όσα βάλαμε. Έχω συμφωνήσει με τα αδέλφια μου. Τα λεφτά θα κατατεθούν την επόμενη της σεζόν σε ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα στο όνομα του Παναθηναϊκού. Πρόσεξε μην το γράψεις λάθος. Στο όνομα του Παναθηναϊκού, όχι της οικογένειας Γιαννακόπουλου”. Δεν χρειάστηκε, φυσικά, ποτέ να επιβεβαιώσω αν τηρήθηκε εκείνη η δήλωση-δέσμευση.

Ο Παύλος ήταν απλός και για αυτό ήταν σπουδαίος. Την εβδομάδα που θα παντρευόμουν μου έστειλε ένα πανάκριβο δώρο γάμου. Τον πήρα τηλέφωνο να του πω ότι δεν μπορώ να το δεχτώ και ότι θα το επιστρέψω. “Μα, καλά, χαζός είσαι; Νομίζεις ότι θέλω να σε δωροδοκήσω; Και αν το ήθελα θα περίμενα να παντρευτείς; Αν δεν κρατήσεις το δώρο θα τσακωθούμε και εγώ είμαι Σπαρτιάτης να ξέρεις, άπαξ και θυμώσω τελείωσε”. Πριν προλάβω να πω λέξη έβαλε τα γέλια. “Άστα αυτά τώρα. Κάτσε τώρα να σου δώσω μερικές συμβουλές για το γάμο σου”, μου είπε και μου μίλαγε μισή ώρα για το πως θα μακροημερεύσει ο γάμος μου. Δεν ξέρω αν τα τήρησα όλα, αλλά είμαι ακόμη παντρεμένος με την ίδια γυναίκα! Τα ίδια μου επανέλαβε στο αυτί λίγο μετά τον γάμο μου. “Αφού το έκανες το λάθος, κάτσε να σου πω πως θα περνάς καλά τουλάχιστον”.

Ο Παύλος δεν μάσαγε τα λόγια του και τιμούσε τον λόγο του. Κάποια άλλη στιγμή με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: “Δεν ξαναπατάω, παιδί μου, στον ΕΣΑΚΕ. Θα στέλνω άλλον στις συνεδριάσεις. Δεν είναι όπως παλιά, έχουν αρχίσει και μαζεύονται παλιάνθρωποι εκεί μέσα”. Μου κατονόμασε μάλιστα ένα νεόκοπο πρόεδρο στον χώρο. “Αυτός να ξέρεις δεν είναι καλός άνθρωπος. Δεν ξέρω τι δουλειές κάνει, αλλά καλός άνθρωπος δεν είναι”. Στον ΕΣΑΚΕ δεν ξαναπήγε ποτέ. Και ο πρόεδρος που μου κατονόμασε σε εκείνη την κουβέντα κατέληξε μερικά χρόνια αργότερα στη φυλακή.

Την τελευταία φορά που τον είδα σε μια εκδήλωση του Παναθηναϊκού στο ΟΑΚΑ ήταν φανερά καταβεβλημένος και κουρασμένος. Τον πλησίασα δειλά-δειλά είναι η αλήθεια. Δεν ήθελα να τον ενοχλήσω, αλλά ένιωθα μέσα μου ότι ίσως δεν είχα την ευκαιρία να τον ξαναδώ. Τον χαιρέτησα, κάθισα λίγο δίπλα του και παρά την κούραση του ήταν για λίγο ο παλιός καλός Παύλος. Με ρώτησε για την οικογένεια μου, τα παιδιά μου, τη δουλειά και μου έδωσε την τελευταία συμβουλή. Δεν είναι για δημόσια χρήση και προφανώς δεν θα σφετεριστώ τη στιγμή για να αποκαλύψω εκείνα τα λόγια. Όπως επίσης, ποτέ δεν χρειάστηκε και δεν θα χρειαστεί να πω ή να γράψω τη μια εκείνη λέξη που μου έλεγε κάθε φορά που συναντιόμαστε και με έκανε να νιώθω περήφανος. Για αυτή η μια λέξη ήταν το μεγαλύτερο και το καλύτερο δώρο, μαζί με τον σεβασμό και την εκτίμηση του, που θα μπορούσε να μου κάνει. Πολύ πιο ακριβό δώρο από εκείνο το γαμήλιο που με χίλια βάσανα με έπεισε να δεχτώ.

Έξι ιστορίες απ’αυτούς που τον έζησαν

Ο Δημήτρης Ιτούδης, ο Μάικ Μπατίστ, ο Λευτέρης Σούμποτιτς, ο Ντάριλ Μίντλετον, ο Κώστας Τσαρτσαρής και ο Ντίνο Ράτζα μοιράζονται τις πιο χαρακτηριστικές ιστορίες που θυμούνται από τη συνεργασία τους με τον Παύλο Γιαννακόπουλο. Οι στιγμές που εκτυλίσσονταν πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας και φανέρωναν το μεγαλείο του.

ΡΑΤΖΑ: “ΞΕΧΩΡΙΖΕ, ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΙΠΟΤΑ ΤΟ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ”

Δεν είχαμε μιλήσει έως ότου έρθω στην Ελλάδα για να παίξω για τον Παναθηναϊκό. Ο Λευτέρης Σούμποτιτς με είχε πείσει για την επιλογή του Παναθηναϊκού κι από την στιγμή που αγωνιστικά ήξερα ότι θα είμαι καλά, άφησα στον ατζέντη μου όλες τις διαπραγματεύσεις. Με τον κ. Παύλο συναντήθηκα λίγες μέρες αφότου έφτασα στην Ελλάδα. Ήταν ένας σπουδαίος παράγοντας, ένας σπουδαίος άνθρωπος. Ξεχώριζε, δεν είχε τίποτα το συνηθισμένο.

Τον σεβόμουν πάρα πολύ γιατί έδειχνε από τη μία την αγάπη για την ομάδα και το πάθος του για αυτή, αντίστοιχα όμως έδειχνε τον ευαίσθητο χαρακτήρα του, όταν μας μιλούσε και μας ρωτούσε για τις οικογένειές μας. Ερχόταν σε κάθε αγώνα, ενίοτε και στις προπονήσεις. Έβλεπες πόσο ενθουσιασμένος ήταν και πόσα σήμαινε για εκείνον ο Παναθηναϊκός. Το ένιωθες με τον τρόπο του. Λυπάμαι πολύ που έφυγε πριν από δύο χρόνια. Θα ξαναπώ ότι ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος, πραγματικά.

ΣΟΥΜΠΟΤΙΤΣ: “ΜΕ ΠΗΡΕ ΣΤΙΣ 6 ΤΟ ΠΡΩΙ ΝΑ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΤΕΓΙΑΝ”

Η πρώτη μας επικοινωνία έγινε το καλοκαίρι του 1997. Μου είχε τηλεφωνήσει ο εκπρόσωπος μου στην Ελλάδα, κ. Βασίλης Ευαγγελινός, για να μου μεταφέρει το ενδιαφέρον του κ. Παύλου Γιαννακόπουλου. Μου είπε ότι θέλει να μιλήσει μαζί μου από κοντά για να αναλάβω τον Παναθηναϊκό. Ακόμη θυμάμαι ότι με παρακάλεσε να μην κατέβω στην Αθήνα με αεροπλάνο, αλλά με αμάξι. Δεν ξέρω γιατί το έκανε αυτό, είναι η αλήθεια. Ίσως γιατί δεν ήθελε να με δει κανείς στο αεροδρόμιο. Τότε είχαν γραφτεί πάρα πολλά. Είχα συμβόλαιο με τον Άρη, αλλά πριν πάω στο τελικό ραντεβού με την ομάδα, δεν είχα κάποια επικοινωνία ακόμη με τον κ. Παύλο. Μόλις έμαθε από τις εφημερίδες ότι φεύγω από τον Άρη, μετά από δυο – τρεις μέρες έγινε το τηλεφώνημα από τον Βασίλη Ευαγγελινό.

Πήγαμε λοιπόν οι δυο μας στο σπίτι του κ. Παύλου στην Κηφισιά. Καθίσαμε και μιλήσαμε για περίπου δύο ώρες. Ήταν πολύ απλός, μου έκανε εντύπωση αυτό. Με ρώτησε πώς βλέπω την ομάδα και ποιες είναι οι σκέψεις μου. Του έκανα κι εγώ κάποιες ερωτήσεις αναφορικά με τον σχεδιασμό και τις δυνατότητες που υπάρχουν. Όταν τελείωσε η συζήτησή μας, δεν είχαμε συμφωνήσει ακόμη, δεν είχαμε καταλήξει κάπου. Την ώρα που έφευγα λοιπόν, μου λέει “να πας στο καλό, απλά θέλω να ξέρεις ότι δεν έχω καταλήξει ακόμη τι θα κάνω. Μιλάω και με άλλους προπονητές, σε μια βδομάδα θα πάρω την απόφασή μου”. Ήταν ευθύς.

Τρεις μέρες μετά από εκείνο το ραντεβού με καλεί ο Βασίλης Ευαγγελινός για να μου πει ότι ο κ. Παύλος έχει καταλήξει σε μένα και θέλει να συμφωνήσουμε. Είχαμε πολύ καλή επικοινωνία και συνεργασία. Θυμάμαι ακόμη πολύ ζωντανά τις στιγμές που ακολούθησαν το πρωτάθλημα που πήραμε το 1998. Πρόσφατα κάποιος μου έδειξε φωτογραφίες από τους πανηγυρισμούς. Ο κ. Παύλος και ο κ. Θανάσης με είχαν αγκαλιάσει τόσο σφιχτά. Είχαμε καταφέρει κάτι πολύ σημαντικό για εκείνους.

Είχαμε εξαιρετική συνεργασία. Πήγαινα αρκετές φορές στο γραφείο του για να μιλήσουμε, αλλά ουδέποτε παρενέβη στο έργο μου. Δεν με “ενοχλούσε” με οιοδήποτε τρόπο. Ερχόταν αρκετά συχνά στην προπόνηση, έδινε θάρρος στην ομάδα. Τις περισσότερες φορές μάλιστα δεν ερχόταν μετά από νίκες, αλλά μετά από ήττες ή κακές εμφανίσεις. Όχι για να φωνάξει ή κάτι, αλλά για να μας ενθαρρύνει και να μας δείξει την στήριξή του. Μας έδινε κουράγιο και έλεγε “να είναι ο Θεός μαζί σας”. Δεν έδινε την εντύπωση του προέδρου. Εννοώ ότι ήταν τόσο απλός, που σε έκανε να νιώθεις οικειότητα δίπλα του.

Λυπάμαι πολύ που η συνεργασία μας τελείωσε άδοξα. Όταν έγινε το επεισόδιο με τον Δημήτρη, τον Ράτζα και τον Παπαχατζή, ο κ. Παύλος μού ζήτησε να απομακρύνω τον συνεργάτη μου, αλλά του είπα ότι δεν συμφωνώ με αυτό. Δεν ήμουν μπροστά στο περιστατικό. Ήταν στη φιλοσοφία μου να τελειώσω με το επιτελείο που είχα και να μην κάνω αλλαγές. Δεν συμφωνούσα σε αυτό. Ο πρόεδρος δεν μπορούσε να το ξεπεράσει αυτό και μέχρι το τέλος της σεζόν δεν ξανάρθε σε αγώνα ή προπόνηση. Όταν τελείωσε το συμβόλαιό μου έκανα ένα ραντεβού με τον κ. Θανάση και τον Τάσο Στεφάνου. Δεν είδα τον πρόεδρο τότε. Τον συνάντησα για πρώτη φορά μετά από δυο – τρία χρόνια στην Εκάλη, στο tennis club. Μιλήσαμε, αγκαλιαστήκαμε, σαν να μην έχει γίνει τίποτα.

Θυμάμαι ακόμη, που το 1998 ήμουν στο Σικάγο για να δω τους NBA Finals. Κάποια στιγμή, στις 6 το πρωί χτυπάει το τηλέφωνο του δωματίου μου. Ήταν ο κ. Παύλος. Μου λέει “Λευτέρη, επειδή σήμερα πρέπει να πάρουμε την απόφαση, είσαι 100% για τον Ντέγιαν Μποντιρόγκα;” και του απαντάω “με κλειστά μάτια πρόεδρε, μην το σκέφτεσαι. Να τον υπογράψουμε, τελείωσε τη δουλειά”. Μου έκανε εντύπωση ότι είχε το άγχος και ήθελε να με ξαναρωτήσει. Ήθελε να τελειώνει άμεσα με το συμβόλαιο και δεν μπορούσε να περιμένει άλλο να περάσει η ώρα στο Σικάγο. Είχε το συμβόλαιο μπροστά του, όταν με πήρε τηλέφωνο, και ήθελε να είναι απόλυτα σίγουρος για την ολοκλήρωση της μεταγραφής. Μόλις του είπα “κάντο” μου απάντησε “ΟΚ, καλή επιστροφή”.

Μια φορά που ήταν στο σπίτι με ένα πρόβλημα στα πλευρά, αν θυμάμαι καλά, πήγα να τον δω. Με δέχθηκε στην κρεβατοκάμαρά του και δεν με άφηνε να φύγω. Μου έκανε εντύπωση το πόσο οικεία ήθελε να νιώθει ο άλλος, να μην υπάρχει η απόσταση ανάμεσα στον παράγοντα και τον εργαζόμενο. Είχα στο μυαλό μου ότι θα πάω και θα του δώσω το χέρι, θα ανταλλάξουμε δυο κουβέντες και θα φύγω, αλλά εκείνος ήθελε να μιλήσουμε για την ομάδα και για το άθλημα.

Πρέπει να κάθισα εν τέλει εκεί κοντά στις δύο ώρες. Δεν μείναμε βέβαια σε αυτά, μετά πιάσαμε κουβέντα για την οικογένειά μου, πώς είναι όλοι και αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Κάθε φορά που θα μιλούσες με τον κ. Παύλο, θα σε ρωτούσε για εσένα και την οικογένειά σου. Δεν ήταν ένας συνηθισμένος παράγοντας, ήταν πάνω απ’ όλα ένας ξεχωριστός άνθρωπος που νοιαζόταν για τους συνεργάτες του.

ΙΤΟΥΔΗΣ: “NO BUDGET, ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΟΥ”

Η πρώτη μας συνάντηση έγινε τον Ιούνιο του 1998, όταν είχα κατέβει με τον Ζέλικο στην Αθήνα για την παρουσίασή μας από την ΚΑΕ Παναθηναϊκός. Πριν από αυτό, είχαμε μιλήσει μόνο τηλεφωνικά. Όλες οι συζητήσεις που αφορούσαν στον σχεδιασμό της ομάδας και το μεταγραφικό πλάνο έγιναν από κοντά, όταν βρεθήκαμε. Γρήγορα καθίσαμε στο τραπέζι για να προχωρήσουμε κάποιες σημαντικές κινήσεις για την ομάδα, όπως του Ρέμπρατσα, του Ρότζερς, του Κάτας και του Καράγκουτη.

Προσωπικά οφείλω να πω ένα μεγάλο “ευχαριστώ” στον άνθρωπο και παράγοντα, Παύλο Γιαννακόπουλο, για όλα όσα προσέφερε. Για τη συνεργασία, την υποστήριξη και την εμπιστοσύνη που έδειξε σε όλους, όχι μόνο σε μένα. Είχαμε πολλές κατ’ ιδίαν συζητήσεις, όπως είναι λογικό, στο πέρασμα τόσων ετών. Κάθε μία εξ αυτών ήταν μοναδική και έδειχνε το μεγαλείο του.

Αυτό που μου έχει μείνει πολύ χαρακτηριστικά από την πρώτη μας συνάντηση ήταν η ευθύτητα και η απλότητά του. Με ρώτησε αμέσως αν έχω οικογένεια, αν είμαι παντρεμένος ή έχω παιδιά. Το πρώτο που μου είπε ήταν “θέλω να ξέρεις Δημήτρη ότι εδώ είμαστε μια οικογένεια κι εσύ γίνεσαι μέλος της”. Το εννοούσε. Δεν ήταν τυπικά λόγια ή κάτι. Φάνηκε στην πορεία από τον τρόπο του πως το εννοούσε.

Σε όλη τη διαδρομή της συνεργασίας μας, αυτό που είπε περί οικογένειας ήταν πολύ σημαντικό. Ήθελε όσοι μπαίνουν σε αυτή να είναι καλοί χαρακτήρες και άνθρωποι, πέρα από επαγγελματίες. Δεν ήθελε να χαλάσει με τίποτα το οικογενειακό κλίμα που είχε δημιουργήσει. Ο Παναθηναϊκός ήταν ένα από τα αγαπημένα του κομμάτια. Η ευθύτητα και η απλότητά του ήταν δύο στοιχεία συνυφασμένα με εκείνον.

Στο αμιγώς επαγγελματικό κομμάτι, θυμάμαι ότι στο ραντεβού που κάναμε μαζί με τον Ζέλικο και τον Μάνο Παπαδόπουλο στο γραφείο του στη ΒΙΑΝΕΞ, φαινόταν η λαχτάρα του για να κερδίσουμε τίτλους και να επαναφέρουμε τον Παναθηναϊκό στην κορυφή της Ευρώπης. Είχε απωθημένο να δει ξανά τον Παναθηναϊκό να είναι Πρωταθλητής Ευρώπης. Εγώ σε εκείνη τη συνάντηση λειτουργούσα ως μεταφραστής, έλεγα στα σέρβικα στον Ζέλικο ό,τι συζητούσε ο κ. Παύλος.

Σε ένα σημείο λοιπόν, μου λέει “μην σας απασχολεί πόσο κοστίζει ένας παίκτης. No budget, Δημήτρη μου”. Αυτό το “no budget” το είπε ξανά και ξανά, ήθελε να το καταλάβει ο Ζέλικο πριν καταλήξουμε στους στόχους μας. Ήταν πολύ χαρακτηριστική αυτή η ατάκα, δεν βγαίνει εύκολα από το στόμα κάποιου, όσο δυνατός κι αν είναι παραγοντικά και οικονομικά. Ειδικά από την στιγμή που δεν είχαμε ξαναδουλέψει μαζί. Ξέρεις, στην αρχή όλες οι σχέσεις διέπονται από μια μικρή αμφιβολία για το αν θα πετύχουν, εμείς όμως ως ομάδα ανθρώπων δεθήκαμε τόσο πολύ, ξεπεράσαμε κάθε εμπόδιο και καταφέραμε πάρα πολλά. Με πρώτο πάντα τον Παύλο.

Υπάρχουν πολλές στιγμές που θα κουβαλάω σε όλη μου τη ζωή από εκείνον. Είμαι ευγνώμων στον κ. Παύλο, όπως επίσης στον κ. Θανάση και τον κ. Κώστα. Είχε πάντα θετική αύρα. Μου έλεγε πόσο πιστεύει σε μένα, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό προσωπικά, είναι κάτι που κουβαλάει σε όλη μου τη ζωή. Είναι ένα παράσημο, γι αυτό το λέω. Η πορεία μας όλα αυτά τα χρόνια δείχνει το πώς δομήθηκε το οικοδόμημα, μέσα από την εμπιστοσύνη και τον αμοιβαίο σεβασμό. Συνεχίζω να το λέω μέχρι σήμερα ότι τρέφω απεριόριστο σεβασμό σε εκείνον για όσα έκανε.

ΜΠΑΤΙΣΤ: “ΗΞΕΡΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ”

Τον συνάντησα για πρώτη φορά λίγες εβδομάδες αφότου έφτασα στην Ελλάδα. Αν θυμάμαι καλά παίζαμε απέναντι στο Μαρούσι στην αρχή της σεζόν και μετά τον αγώνα βρεθήκαμε από κοντά για πρώτη φορά. Είμαι της άποψης πως από την πρώτη κιόλας επαφή μπορείς να καταλάβεις με τι άνθρωπο έχεις να κάνεις κι εκείνος ήταν ένας εξαίρετος χαρακτήρας και παράγοντας. Ενδιαφερόταν για όλους μέσα στην ομάδα, ήταν ήρεμος και είχε πολύ αγάπη να δώσει σε όλους. Σε έκανε να νιώθεις άνετα που είσαι μαζί του, δεν είχε το ύφος ενός παράγοντα, ούτε σε αντιμετώπιζε με υπεροψία. Αυτή η οικειότητα ήταν σπουδαίο πράγμα, ειδικά για κάποιον που έπαιζε σε ξένη χώρα όπως εγώ.

Θα σου πω ένα παράδειγμα για να καταλάβεις. Ήξερε πότε ερχόταν η μητέρα μου στην Ελλάδα για να με δει και με ρωτούσε αν είναι όλα καλά, αν χρειάζεται κάτι, αν θέλει να βοηθήσει σε κάτι. Ένα άλλο παράδειγμα είναι πως όταν παντρεύτηκα, με πήρε τηλέφωνο για να μου ευχηθεί και να με συγχαρεί. Ήταν τόσο σπουδαίος άνθρωπος, αληθινός. Κάτι τέτοια πράγματα είναι αυτά που σου μένουν για μια ζωή. Ήξερε το όνομα της μητέρας μου, της γυναίκας μου, του πρώτου μου παιδιού. Αυτό δείχνει ότι ενδιαφερόταν, δεν μας έβλεπε σαν παίκτες και τέλος. Σε έκανε να νιώθεις όμορφα που είσαι στην ομάδα και με τον τρόπο του σε δικαίωνε για το γεγονός πως είχες επιλέξει να περάσεις τη ζωή σου ως παίκτης του Παναθηναϊκού.

Προσωπικά μου πήρε κάποιο καιρό για να συνηθίσω απόλυτα στην Αθήνα, ήμουν ξένος και δυσκολευόμουν στην αρχή. Ο τρόπος του όμως και το γεγονός πως μου έδινε το δικαίωμα να τον “ενοχλήσω” αν έχω κάποιο πρόβλημα, τα άλλαξε όλα. Μου έλεγε ότι η πόρτα του γραφείου του ήταν πάντα ανοιχτή για μένα, για να με βοηθήσει.

Πάντα όταν μιλούσαμε, σε έκανε να νιώθεις άνετα και να χαλαρώνεις. Σε αντιμετώπιζε πρώτα ως άνθρωπο και μετά ως παίκτη της ομάδας του. Ήταν βασικός λόγος που έμεινα τόσα χρόνια στον Παναθηναϊκό. Οι τίτλοι και οι επιτυχίες φυσικά έπαιξαν ρόλο, αλλά το κλίμα στην ομάδα και η δική του συμπεριφορά έκαναν τη διαφορά. Σκεφτόμουν τον κ. Παύλο, τον κ. Θανάση, τον Μάνο και πώς λειτουργούσαν όλα. Ήμασταν όλοι τόσο ενωμένοι. Ο κ. Παύλος είχε έναν μοναδικό τρόπο να μιλάει στην καρδιά σου.

Το 2009 μετά από μία ήττα, νομίζω ήταν απέναντι στον Πανελλήνιο, ήμασταν γενικά σε κακή κατάσταση. Δεν παίζαμε καλά, είχαμε προβλήματα. Μετά το τέλος της αναμέτρησης, ήρθε στα αποδυτήρια ο κ. Θανάσης και μας είπε να είμαστε πιο συγκεντρωμένοι και έτοιμοι για το επόμενο παιχνίδι, δίχως όμως να μας φωνάξει ή να μας μιλήσει άσχημα. Έβλεπες όμως πόσο ενοχλημένος ήταν από αυτό. Την επόμενη μέρα ήρθε στην προπόνηση ο κ. Παύλος και περιμέναμε να ακούσουμε τα ίδια πράγματα, αυτά που είπε όμως ήταν εντελώς διαφορετικά. Ήρθε απόλυτα ήρεμος, μας είπε “ακούστε, είστε οι καλύτεροι, σας πιστεύω και ξέρω ότι στο τέλος θα τα καταφέρετε. Βγείτε στο γήπεδο, παλέψτε και είμαι σίγουρος ότι θα καταφέρετε να αλλάξετε την κατάσταση”.

Ήταν σημαντική για την ομάδα αυτή η ομιλία. Δεν λέω ότι καθόρισε τη συνέχεια της σεζόν, απλά μας βοήθησε και “έσπασε” την ένταση που υπήρχε μέσα στην ομάδα. Βοήθησε να πάνε όλα καλύτερα. Είναι άπειρα τα παραδείγματα που φαίνεται πώς άφηνε το στίγμα του στον Παναθηναϊκό, με τον τρόπο που είχε. Άμα τους ρωτήσεις όλους, το ίδιο πράγμα θα σου πουν. Είμαι σίγουρος γι αυτό, στο υπογράφω!

Ένα άλλο δείγμα του χαρακτήρα του ήταν τα ομαδικά τραπέζια. Μία φορά, φάγαμε όλοι μαζί τα Χριστούγεννα κι ήρθε για να χαιρετήσει έναν έναν, να μας ευχηθεί και να μας ρωτήσει για την οικογένειά μας. Έχω ζήσει αρκετές ομάδες “από μέσα” και ξέρω πώς είναι. Πολλοί παράγοντες και πρόεδροι διατηρούν μια απόσταση από τους παίκτες, δεν θέλουν να έχουν ιδιαίτερη επαφή, είναι απόμακροι. Εκείνος ήταν το ακριβώς αντίθετο. Είχε δημιουργήσει τέτοιο δέσιμο εντός της ομάδας. Μιλούσε κατευθείαν στην καρδιά και το μυαλό σου.

Κάτι ακόμη, που θυμήθηκα τώρα. Το χιούμορ του. Έκανα πλάκα πολλές φορές και μας ηρεμούσε, όταν καταλάβαινε ότι υπήρχε μια αγχώδης κατάσταση. Κι αυτό φυσικά αφορούσε περιόδους που δεν κερδίζαμε συνέχεια ή δεν παίζαμε καλά. Μία φορά, θυμάμαι καθόμουν δίπλα στον Δημήτρη Διαμαντίδη και τον Κώστα Τσαρτσαρή και κάναμε διατάσεις. Μπαίνει μέσα λοιπόν και με ρωτάει “Μάικ, τι κάνει η γυναίκα σου; Πώς είναι η Σάρα; Της δίνεις λεφτά για ψώνια;”. Γελούσε φυσικά, έκανε πλάκα. Ξεκαρδίστηκα εκείνη την στιγμή, από τον τρόπο με τον οποίο το είπε.

Χρωστάω πολλά στον κ. Παύλο, όπως επίσης στον κ. Θανάση. Πήρε ρίσκο με μένα, το ξέρω. Με πίστεψε και με στήριξε όμως. Αυτό θα το θυμάμαι για πάντα. Δεν ήταν ψεύτικη αυτή η σχέση που είχαμε, ήταν απολύτως ειλικρινής. Ένα παιδί, όπως εγώ, που ήρθα από άλλη χώρα και ήπειρο με έκανε να νιώθω άνετα. Ξέρεις, δεν είναι εύκολο για παίκτη από τις ΗΠΑ να μείνει σε μια ομάδα και μια χώρα για εννιά χρόνια.

Στην πορεία, όλοι αντιλήφθηκαν πόσο καλή ευκαιρία ήταν για εκείνους ο Παναθηναϊκός. Όχι μόνο λόγω τίτλων, χρημάτων ή δόξας. Για πολλούς λόγους. Κι ο κ. Παύλος ήταν ένας εξ αυτών. Παίζαμε και για εκείνον, θέλαμε να τον κάνουμε χαρούμενο. Του άξιζε. Είμαι ευλογημένος που βίωσα τόσο ωραία χρόνια, που πέρασα τόσο μεγάλο μέρος της καριέρας μου στον Παναθηναϊκό του κ. Παύλου και του κ. Θανάση. Είμαι ευλογημένος που υπήρξα σε αυτόν τον σύλλογο, που υπάρχει το όνομά μου σε τόσες επιτυχίες του.

ΤΣΑΡΤΣΑΡΗΣ: “ΥΠΗΡΧΑΝ ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΥ ΤΑ… ΑΚΟΥΓΑΜΕ”

Την πρώτη επαφή την είχαμε στα γραφεία της ΒΙΑΝΕΞ, όταν με κάλεσε ο μάνατζέρ μου και μου είπε ότι συμφωνήσαμε με τον Παναθηναϊκό, πέρνα από τη ΒΙΑΝΕΞ για να υπογράψουμε το συμβόλαιο. Εκεί είδα και τα τρία αδέρφια. Ήταν και ο Παύλος Γιαννακόπουλος παρών, ο οποίος, θυμάμαι χαρακτηριστικά μου είπε “καλώς ήρθες στην οικογένεια του Παναθηναϊκού κι εμείς θα είμαστε εδώ”. Δεν ήταν μια κουβέντα απλά για να καλοπιάσει τον εκάστοτε παίκτη, ήταν πραγματικότητα και όντως το ένιωθε στην πορεία και πάντα όταν ερχόταν στο γήπεδο πάντα πρώτο πράγμα που ρωτούσε ήταν αν χρειαζόμαστε κάτι, αν είμαστε καλά, αν οι οικογένειές μας ήταν καλά και μετά τα υπόλοιπα. Κι αυτό ήταν κάτι που το είχαν και τα τρία αδέρφια.

Αυτό που έκανε τη διαφορά ήταν ότι είχε οικογενειακό χαρακτήρα η σχέση του προέδρου, της διοίκησης με τους παίκτες και τους προπονητές. Φυσικά υπήρξαν και οι στιγμές που έπρεπε να αναλάβουν τον ρόλο τους που ήταν να είναι οι ηγέτες αυτής της ομάδας. Οπότε υπήρχαν και οι στιγμές που τα “ακούγαμε”, πάντα όμως ήθελε το καλό της ομάδας και ήταν και κατανοητό. Κι εμείς ήμασταν άνθρωποι που καταλαβαίναμε πότε δεν παίζαμε καλά. Υπήρχε πάντα κάτι πατρικό και έχω την εντύπωση ότι όλο αυτό σφυρηλατήθηκε με την πάροδο των χρόνων. Τα πρώτα χρόνια στην ηγεσία του Παναθηναϊκού ήταν πάρα πολύ φανατισμένοι, είχαν κάποιες αντιδράσεις που δεν συνηθίζαμε και η εμπειρία τους έκανε να καταλήξουν στο ότι όταν είναι πιο φιλικοί και πιο κοντά στον αθλητή τα αποτελέσματα είναι πιο επιθυμητά. Φαντάζομαι αυτή ήταν μία αιτία που συναντήσαμε έναν τέτοιο άνθρωπο στην καριέρα μας.

Η ιστορία που μου έχει μείνει ήταν ουσιαστικά αυτή η πρώτη επαφή που είχαμε. Αυτή ήταν η πιο χαρακτηριστική. Ήταν η πρώτη συνάντηση, έχοντας στο μυαλό μου το μέγεθος του Παύλου Γιαννακόπουλου και τα λόγια του που αντικατοπτρίζουν ό,τι βιώσαμε δίπλα του. Η υπογραφή του συμβολαίου ήταν πέραν του τυπικού, αλλά ακόμα και τυπικό να ήταν η πορεία μέσα στον χρόνο έδειξε ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι.

ΜΙΝΤΛΕΤΟΝ: “ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΜΠΟΛΟΝΙΑ ΠΕΤΟΥΣΕ ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΡΑ ΤΟΥ”

Από την πρώτη κιόλας επαφή μας ήταν πολύ ευγενικός. Ένας ήρεμος και καλοσυνάτος άνθρωπος, ένας πολύ καλός παράγοντας. Αγαπούσε πραγματικά την ομάδα, δεν την έβλεπε μόνο από την πλευρά της κατάκτησης τίτλων για να καθορίσει το πόσο δεμένος ήταν μαζί της. Φαινόταν στον τρόπο του πόσο την αγαπούσε, την ένιωθε σαν κομμάτι της οικογένειάς του. Το έβλεπες στις αντιδράσεις του, στη συμπεριφορά του και τον τρόπο που διαχειριζόταν τα πάντα. Φυσικά, όπως όλοι οι μεγάλοι παράγοντες, έτσι κι αυτός δεν άντεχε την ήττα, δεν του άρεσε. Όλοι ήθελαν τότε να είναι μέλη του Παναθηναϊκού, κι ο Παύλος Γιαννακόπουλος ήταν ένας πολύ βασικός λόγος. Ξέρεις όλα ξεκινάνε από την κεφαλή.

Θυμάμαι ακόμη πόσο κοντά ήταν στην ομάδα, σε ηθικό επίπεδο κιόλας. Ακολουθούσε την ομάδα, ερχόταν στα αποδυτήρια για να μας μιλήσει. Μας συμπεριφερόταν σαν να είμαστε οικογένεια. Ήμουν σε μια ξένη χώρα, κι όμως ένιωθα ότι με αντιμετωπίζουν με τόσο σεβασμό και αγάπη, που ένιωθα πολύ άνετα. Ήταν ένας ήρεμος άνθρωπος, που ναι μεν είχε νεύρα σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά ποτέ δεν τα μετέφερε σε εμάς. Καταλάβαινε ότι κι η ήττα ή μια κακή εμφάνιση είναι μέσα στο πρόγραμμα. Δεν ήταν από αυτούς που φώναζαν, δεν μιλούσε άσχημα ούτε προσέθετε έξτρα πίεση στους ώμους μας. Φρόντιζε πάντα να ανεβάζει το ηθικό μας, κι αυτό βοηθούσε μακροπρόθεσμα. Αυτό το εκτιμάς ως παίκτης και φτάνεις σε ένα σημείο για να παίξεις πιο σκληρά προκειμένου να δώσεις πίσω σε αυτούς τους ανθρώπους, όσα σου έχουν προσφέρει.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ πόσο χαρούμενος ήταν όταν κατακτήσαμε την EuroLeague το 2002. Τόσο χαρούμενος, το ζούσε πολύ έντονα. Ήμασταν το αουτσάιντερ σε εκείνο το Final Four, πετύχαμε όμως μια εντυπωσιακή νίκη απέναντι στην Κίντερ στον τελικό κι εκείνος πετούσε από τη χαρά του.

Η ζωή του: Ό,τι αγκάλιαζε, γινόταν χρυσός

Οικογενειάρχης, επιτυχημένος επιχειρηματίας, σπουδαίος διοικητικός ηγέτης. Το τρίπτυχο μίας ζωής που ξεκίνησε από το μηδέν και περιείχε ευτυχία, δόξα και επιτυχίες

Ο ιστορικός ηγέτης του Παναθηναϊκού ήταν μία ξεχωριστή προσωπικότητα που πέτυχε τα πάντα στον απόλυτο βαθμό. Ήταν ο Πατριάρχης της οικογένειας Γιαννακόπουλου, της οικογένειας του Παναθηναϊκού και της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας. Πρώτα απ’ όλα, όμως, ήταν ένας άνθρωπος που κατάφερε με την απλότητα και τη σεμνότητά του να αγγίξει τους πάντες, να γίνει προσιτός και αγαπητός για κάθε άνθρωπο που είχε την τιμή να τον γνωρίσει, ενώ φρόντιζε πάντα να δείχνει έμπρακτο ενδιαφέρον σε όσους το είχαν ανάγκη.

ΠΡΟΤΥΠΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΡΧΗ

Γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1929 στη Σελλασία της Σπάρτης και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Δημήτρη και της Κατερίνας Γιαννακοπούλου, με την οικογένεια να πληθαίνει στη συνέχεια από την έλευση των αδερφών του, Κώστα, Θανάση και Βασιλικής.

Σε ηλικία 21 ετών έχασε τον πατέρα του και πήρε τη ζωή στα χέρια του. Εργάστηκε σκληρά, αγάπησε τη δουλειά, η καρδιά του, όμως, κατακτήθηκε από τη γυναίκα της ζωής του, Δέσποινα Γιαννακοπούλου. Εκείνη, ήταν στο πλευρό του καθ’ όλη την πορεία της ζωής του, στον μακρύ και επιτυχημένο δρόμο που χάραξε ως επιχειρηματίας και αθλητικός παράγοντας.

Λίγα χρόνια αργότερα, στις 22 Ιουνίου του 1974, έρχεται στη ζωή τους ένα νέο μέλος που δίνει στον Παύλο ευτυχία, μαζί και τον ρόλο του πατέρα. Έχει την οικογένειά του σημαία, φροντίζει να αποτελεί πρότυπο οικογενειάρχη.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΔΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

Εκτός από πατριάρχης της δικής του οικογένειας, ο Παύλος Γιαννακόπουλος έφτασε να είναι και πατριάρχης της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας. Και εδώ, όμως, είχε αφετηρία το μηδέν. Ξεκίνησε από ένα φαρμακείο στην οδό Πειραιώς, που είχε ιδρύσει το 1924 ο πατέρας του και έγινε πρωτοπόρος στην αγορά φαρμάκου, δημιουργώντας έναν φαρμακευτικό κολοσσό. Έμαθε τη δουλειά στο πλευρό του πατέρα του, δούλεψε σκληρά, σπούδασε Οικονομικά και εφοδιάστηκε σωστά για την εκκίνηση της επιτυχημένης επιχειρηματικής του πορείας. Το 1960 ίδρυσε την εταιρεία ΦΑΡΜΑΓΙΑΝ, η οποία δραστηριοποιήθηκε στην εισαγωγή φαρμάκων από την Αμερική, την Ιαπωνία και την Ευρώπη και έγινε αντιπρόσωπων μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών.

Το 1971 η ΦΑΡΜΑΓΙΑΝ μετατρέπεται σε ΒΙΑΝΕΞ Α.Ε. με οδηγό τον Παύλο Γιαννακόπουλο. Μετά από σπουδαίες συμφωνίες με μεγάλες διεθνείς εταιρείες η ΒΙΑΝΕΞ πρωτοπορεί στον τομέα της εισαγωγής φαρμάκου και σε διάστημα οκτώ ετών η ΒΙΑΝΕΞ αποκτά τρία εργοστάσια. Η εταιρεία μεγαλώνει διαρκώς, αποκτά γραφεία κεντρικής διαχείρισης και ένα ακόμη εργοστάσιο, η ΒΙΑΝΕΞ γιγαντώνεται, με τον Παύλο Γιαννακόπουλο να κερδίζει ρόλους, τιμές και βραβεία ως κορυφαίος φαρμακοβιομήχανος.

Η ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ, Ο ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ

Ο αείμνηστος φαρμακοβιομήχανος και παράγοντας είχε καταφέρει να χωρίσει την καρδιά του σε τρία μέρη. Μετά την οικογένεια και την επιχειρηματική δραστηριότητα στον τομέα του φαρμάκου, μεγάλη του αγάπη, ο Παναθηναϊκός. Αποδείχτηκε με όλους τους τρόπους, με αμέτρητες ώρες ενασχόλησης, τεράστια χρηματικά ποσά και ένα οικογενειακό δέσιμο με τον κόσμο. Όπως ακριβώς έπραττε και με τους εργαζόμενους της επιχείρησής του.

Ο έρωτας για τον Παναθηναϊκό δεν άργησε να μετουσιωθεί σε ενασχόληση με τον σύλλογο και να δημιουργήσει ένα νέο όραμα, στο οποίο έμεινε πιστός μέχρι το τέλος. Παρά τις δυσκολίες που συνάντησε, δεν σταμάτησε δευτερόλεπτο να επιμένει και να δαπανά εκατομμύρια για να στείλει την μεγάλη του αγάπη στην κορυφή.

Η αρχή του δρόμου χρονολογείται τη σεζόν 1971-72, όταν άρχισε να δραστηριοποιείται και στα κοινά του συλλόγου, τρία χρόνια αργότερα εκλέχτηκε πρόεδρος του Παναθηναϊκού Συναγερμού, ενώ το 1979 έφτασε πολύ κοντά στην ΠΑΕ, με την οποία ασχολήθηκε για μικρό χρονικό διάστημα στην περίοδο του πολυμετοχικού διοικητικού σχηματισμού του 2010. Η αρχή της νέας αυτοκρατορίας, αυτή τη φορά αθλητικής, έγινε το 1987 όταν αποφάσισε να αναλάβει το τμήμα μπάσκετ του συλλόγου. Στα επόμενα 20 και πλέον χρόνια, μαζί με τον αδερφό του, Θανάση γιγάντωσαν τον μπασκετικό Παναθηναϊκό, οδηγώντας τον σε κατάκτηση δεκάδων τίτλων, σε Ελλάδα και Ευρώπη.

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΛΕΙΣΤΟ ΤΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ

Η αναγνώριση από τον Παναθηναϊκό κόσμο στην τεράστια προσφορά του Παύλου Γιαννακόπουλου στον σύλλογο εκφράστηκε με πολλούς τρόπους. Αποκορύφωμα, η βραδιά της 23ης Σεπτεμβρίου του 2015, τρία χρόνια πριν φύγει από τη ζωή, όταν το όνομά του δόθηκε στο κλειστό γήπεδο της Λεωφόρου, ως επιγραφή που αποδίδει φόρο τιμής στη μακροχρόνια συνεισφορά του και τιμά τις ρίζες του μπασκετικού τμήματος. Γνωστό και ως “Τάφος του Ινδού”, το κλειστό μετονομάζεται σε “Παύλος Γιαννακόπουλος”.

Οι μεταγραφές: Διαμάντια πολλών καρατίων

Ο Παύλος Γιαννακόπουλος επένδυσε πακτωλό χρημάτων για την μεγάλη του αγάπη, τον Παναθηναϊκό. Τεράστια ονόματα, ακόμα και αστέρες του NBA φόρεσαν την πράσινη φανέλα για χάρη του και οδήγησαν το τριφύλλι σε τίτλους.

Η προσφορά του Παύλου Γιαννακόπουλου στον Παναθηναϊκό μπορεί να αποτιμηθεί σε εκατοντάδες εκατομμύρια κα αμέτρητες ώρες καθημερινής ενασχόλησης με το δημιούργημά του. Η επένδυση στην αγάπη και στην «τρέλα» του για το τριφύλλι πάλι, δεν μπορεί να ερμηνευτεί και να προσδιοριστεί χρηματικά, ούτε και να υπολογιστεί . Ήταν τέτοια όπου, για την υλοποίηση του οράματός του και την ικανοποίηση της ακούραστης και ακόρεστης δίψας του με στόχο τη γιγάντωση του Παναθηναϊκού υπέγραψε λευκή επιταγή. Χωρίς να περιορίσει, ούτε καν να ορίσει οικονομικά τη συνεισφορά του, μπροστά στην ανεκτίμητη αξία που είχε για τον ίδιο η δημιουργία μίας μπασκετικής αυτοκρατορίας.

Την έχτισε με υπομονή, επιμονή, πάθος και μία απαράβατη αρχή: Καμία απογοήτευση, καμία αποτυχία, κανένας χαμένος τίτλος, να μην του κόψει τον δρόμο προς την κορυφή. Έναν δρόμο πάνω στον οποίο έσπειρε διαμάντια και θέρισε τρόπαια. Διαμάντια καρατίων ή ακατέργαστα που δέχτηκαν να φορέσουν την πράσινη φανέλα, να αναδειχτούν ή να τον αναδείξουν, να ανδρωθούν ή να τον μεγαλώσουν, να δοξάσουν και να δοξαστούν, να καθιερωθούν και να τον εδραιώσουν.

Αθλητές εκατομμυρίων, παίκτες μεγάλης κλάσης, πρώτα απ’ όλα, όμως, «παιδιά» του Παύλου. Έτσι, άλλωστε, τους έβλεπε, τους αντιμετώπιζε και τους αποκαλούσε όλους.

Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

Από την αρχή κιόλας της ενασχόλησής του με το μπασκετικό τμήμα, ο Παύλος Γιαννακόπουλος φρόντισε να αφήσει το στίγμα του, πραγματοποιώντας διαδοχικές οικονομικές υπερβάσεις χωρίς να υπολογίζει οικονομικά κόστη για να χτίσει τον δικό του ουρανό. Προσέφερε γη και ύδωρ σε παίκτες εγνωσμένης αξίας, με τρόπαια, “δαχτυλίδια” και σπουδαία καριέρα στο NBA, πείθοντάς τους να εγκαταλείψουν το αμερικανικό όνειρο για τον μαγικό κόσμο του Παύλου.

Την αρχή έκανε ο Αμερικανός φόργουορντ, Έντγκαρ Τζόουνς που ένωσε τις δύο άκρες του Ατλαντικού για χάρη του Παναθηναϊκού, το brand του συλλόγου μεγάλωσε με την έλευση του τρις Πρωταθλητή NBA, Τζον Σάλεϊ, ενώ το απόλυτο κορύφωμα γράφτηκε με τα χρυσά γράμματα ενός τεράστιου συμβολαίου για έναν από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς που αγωνίστηκαν στην Ευρώπη, τον Ντομινίκ Ουίλκινς.

Η παρουσία του στην Ελλάδα, μπορεί να κράτησε μόλις μία σεζόν, συνδυάστηκε ωστόσο με την κατάκτηση του πρώτου ευρωπαϊκού τροπαίου των πρασίνων. Παρά τις δύο προηγούμενες αποτυχημένες απόπειρες, ο ιστορικός ηγέτης του Παναθηναϊκού δεν πτοήθηκε και συνέχισε να προσφέρει παχυλά συμβόλαια για να φτιάξει μία ομάδα από χρυσάφι. Εκείνη η περίοδος αποτέλεσε το εφαλτήριο ώστε ο Παναθηναϊκός να γίνει πόλος έλξης για σπουδαίους ξένους παίκτες που είτε είχαν ήδη διαγράψει σπουδαία πορεία στην καριέρα τους, είτε αποκτήθηκαν από τον Παναθηναϊκό για να τους αλλάξει τη ζωή και να τους στρώσει ένα λαμπρό μέλλον.

Ο ΓΚΑΛΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ

Την ίδια ώρα βέβαια, ακολουθώντας τα πρότυπα μίας τρανής μπασκετικά εποχής για την Ελλάδα και με γνώμονα να επενδύσει στο ελληνικό στοιχείο και να το διατηρεί πάντα έντονο στο ρόστερ κάθε χρονιάς με παίκτες υψηλού επιπέδου. Και εδώ, ο δρόμος τη δόξας ήταν διπλός, στρωμένος από διαμάντια που έλαμψαν στον Παναθηναϊκό ή έκαναν ακόμα πιο αστραφτερή την αίγλη του.

Η απόκτηση του Νίκου Γκάλη ήταν η απόδειξη πως ο Παύλος Γιαννακόπουλος ήθελε η ομάδα του να έχει τους καλύτερους.

Ο Φραγκίσκος Αλβέρτης, ο Δημήτρης Διαμαντίδης, ο Κώστας Τσαρτσαρής, ο Νίκος Οικονόμου και ο Βασίλης Σπανούλης είναι τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα Ελλήνων παικτών που αναδείχτηκαν στον Παναθηναϊκό. Οι τρεις πρώτοι μάλιστα έκλεισαν την καριέρα τους στον Παναθηναϊκό, συνδέοντας το όνομά τους με τη χρυσή εποχή του αείμνηστου διοικητικού ηγέτη.

Τα μεγαλύτερα αστέρια που πήρε ο Παύλος Γιαννακόπουλος στον Παναθηναϊκό:

ΕΛΛΗΝΕΣ

Νίκος Γκάλης, Παναγιώτης Γιαννάκης, Φάνης Χριστοδούλου, Νίκος Οικονόμου, Χρήστος Μυριούνης, Φραγκίσκος Αλβέρτης, Αντώνης Φώτσης, Δημήτρης Διαμαντίδης, Νίκος Χατζηβρέττας, Δήμος Ντικούδης, Κώστας Τσαρτσαρής, Βασίλης Σπανούλης.

ΞΕΝΟΙ

Έντγκαρ Τζόουνς, Αντόνιο Ντέιβις, Ντομινίκ Γουίλκινς, Άριαν Κόμαζετς, Σάσα Βολκόφ, Τζον Σάλεϊ, Μπάιρον Σκοτ, Στόγιαν Βράνκοβιτς, Ζέλικο Ρέμπρατσα, Όντετ Κάτας, Ντίνο Ράτζα, Ιμπραήμ Κουτλουάι, Ντάριλ Μίντλεντον, Νάντο Τζεντίλε, Ντέγιαν Τομάσεβιτς, Τόνι Ντελκ, Σάνι Μπετσίροβιτς, Ντέγιαν Μποντιρόγκα, Νίκολα Πέκοβιτς, Ραμούνας Σισκάουσκας, Ντρου Νίκολας, Μάικ Μπατίστ, Σαρούνας Γιασικεβίτσιους.

Ο ΖΟΤΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

Όλα αυτά τα αστέρια κλήθηκαν να τα διαχειριστούν έξι προπονητές που κέρδισαν την εμπιστοσύνη του Παύλου Γιαννακόπουλου, είτε για μικρό είτε για ευρύ χρονικό διάστημα. Αναμφίβολα, η συνεργασία που κρίθηκε απόλυτα επιτυχημένη και έγραψε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στη μακρά θητεία του ιστορικού παράγοντα ήταν αυτή με τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς.

Ο Σέρβος τεχνικός, με τον Δημήτρη Ιτούδη στο πλευρό του ρίζωσε στον πάγκο του Παναθηναϊκού για 13 χρόνια, κατακτώντας δεκάδες τίτλους. Προκάτοχοί του; Οι Κώστας Πολίτης, Ζέλικο Παβλίσεβιτς,Ευθύμης Κιουμουρτζόγλου, Μπόζινταρ Μάλκοβιτς, Μιχάλης Κυρίτσης και Λευτέρης Σούμποτιτς.

Οι τίτλοι: Ο δικός του ουρανός

Χρειάστηκε να περιμένει κάποια χρόνια για να χτίσει έναν μύθο γεμάτο αστέρια. Στο τέλος του δρόμου, ήταν περήφανος για το δημιούργημά του, έχοντας κατακτήσει 29 τίτλους σε Ελλάδα και Ευρώπη.

Το 1987 αποφάσισε να αναλάβει τα διοικητικά ηνία του μπασκετικού Παναθηναϊκού. Όραμά του: Να τον κάνει πρώτο σε Ελλάδα και Ευρώπη. Για να το πετύχει, χρειάστηκε να περιμένει. Αντιμετώπισε δυσκολίες, αλλά έμεινε πιστός στο πλάνο του, συνεχίζοντας να δαπανά πολλά εκατομμύρια με στόχο να φτιάξει έναν δυνατό Παναθηναϊκό που θα πρωταγωνιστεί εντός κι εκτός συνόρων. Το αποτέλεσμα ήταν, στο τέλος του δρόμου, να καμαρώνει με περηφάνια το δημιούργημά του. Ο Παύλος Γιαννακόπουλος έταξε στον κόσμο του τριφυλλιού αστέρια. Τελικά κατάφερε να του φέρει έναν ουρανό από τίτλους: Έξι ευρωπαϊκά τρόπαια, ένα διηπειρωτικό,13 Πρωταθλήματα και 9 Κύπελλα.

Η ΑΡΧΗ ΜΕ ΤΟ ΚΥΠΕΛΛΟ ΤΟΥ 1993

Χρειάστηκε να περιμένει έξι χρόνια για να δει την προσπάθεια και την επένδυσή του να καρποφορεί με την κατάκτηση ενός τροπαίου. Μέχρι το 1993, κάθε απόπειρα έβρισκε τοίχο. Μία ο Άρης, μία ο ΠΑΟΚ, μία ο Ολυμπιακός στέκονταν εμπόδιο στον δρόμο για την κορυφή. Παρά τις πολυδάπανες μεταγραφές και την απόκτηση σπουδαίων ονομάτων, ο Παναθηναϊκός του Παύλου Γιαννακόπουλου δεν κατάφερνε να φτάσει στις επιτυχίες.

Η πρώτη του γεύση ήταν αναγνωριστική και έμοιαζε με υπόσχεση για όσα θα ακολουθούσαν. Μπορεί να μην ήταν ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο ή το Πρωτάθλημα, ήταν όμως το πρώτο του τρόπαιο και ένας καλός λόγος για να συνεχίσει υπομονετικά το έργο του για να οδηγήσει τον Παναθηναϊκό στην κορυφή. Στις 15 Μαΐου του 1993, ο Παναθηναϊκός, με τον Νίκο Γκάλη στη σύνθεσή του κερδίζει τον Άρη στο ΣΕΦ, κατακτά το Κύπελλο Ελλάδας και προσφέρει στον Παύλο Γιαννακόπουλο τη χαρά ενός τίτλου.

Η ΛΑΧΤΑΡΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΔΙΚΑΙΩΣΗ

Τα εμπόδια και οι απογοητεύσεις στην Ελλάδα έγιναν ακόμη μεγαλύτερα και πιο επώδυνα στην Ευρώπη. Οι δύο χαμένοι ημιτελικοί με τον Ολυμπιακό στα Final 4 του 1994 και 1995 πληγώνουν τον κόσμο του Παναθηναϊκού και πεισμώνουν τον Παύλο Γιαννακόπουλο. Ντύνει τον Ντομινίκ Ουίλκινς στα πράσινα, σε μία από τις πιο δαπανηρές και εκκωφαντικές μεταγραφές του ελληνικού μπάσκετ.

Εξίσου εκκωφαντικό ήταν και το αποτέλεσμα, σε μία χρονιά που, στην πορεία, αποδείχτηκε ορόσημα για το ευρωπαϊκό στερέωμα του μπασκετικού Παναθηναϊκού. Η χρονιά δεν είχε ανάλογο τέλος, καθώς χάθηκε ένα ακόμη Πρωτάθλημα, η αρχή ωστόσο είχε γίνει, αφού το πρώτο ευρωπαϊκό αστέρι άπλωσε το φως του στην «Πόλη του Φωτός», το Παρίσι. Εκεί όπου ο Παναθηναϊκός κατέκτησε τον πρώτο ευρωπαϊκό τίτλο. Ένας θρίαμβος που έγινε ακόμη πιο εμφατικός και θορυβώδης λίγο αργότερα, όταν το τριφύλλι φρόντισε να παγιώσει και να «βροντοφωνάξει» την ευρωπαϊκή επιτυχία με την κατάκτηση του Διηπειρωτικού.

ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ

Μετά την ευρωπαϊκή δικαίωση, ο Παύλος Γιαννακόπουλος το είχε πλέον βάλει στόχο: Να καθιερώσει τον Παναθηναϊκό στο υψηλότερο επίπεδο της Γηραιάς ηπείρου και να κατακτήσει το πολυπόθητο Πρωτάθλημα Ελλάδας. Μετά την κακή σεζόν του 1996-97, η περίοδος της εντός των συνόρων ξηρασίας έφυγε ανεπιστρεπτί. Ο Λευτέρης Σούμποτιτς αναλαμβάνει την τεχνική ηγεσία και πείθει τον Ντίνο Ράτζα να παίξει στον Παναθηναϊκό, μαζί με τους Μπάιρον Σκοτ και Φάνη Χριστοδούλου. Η σεζόν (1997-98) ολοκληρώνεται εντυπωσιακά και με 3-2 στους τελικούς κόντρα στον ΠΑΟΚ, οι πράσινοι κατακτούν το Πρωτάθλημα.

Ο Παύλος Γιαννακόπουλος είδε την υπομονή, την επιμονή και τις οικονομικές του υπερβάσεις να δικαιώνονται. Η αρχή είχε γίνει. Αυτό που έλλειπε ήταν η καθιέρωση. Για να επιτευχθεί, σημαντικό ρόλο έπαιξε η σεζόν 1998-99, με την κατάκτηση δεύτερου συνεχόμενου Πρωταθλήματος και μάλιστα με μειονέκτημα έδρας και με νίκη μέσα στο ΣΕΦ κόντρα στον Ολυμπιακό.

Η ΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΜΠΡΑΝΤΟΒΙΤΣ ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Το καλοκαίρι του 1999 ο Παύλος Γιαννακόπουλος δίνει τα χέρια με τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς, που τον οδηγεί σε τρεις συνεχόμενους ευρωπαϊκούς τελικούς, εκ των οποίων οι δύο βάφτηκαν πράσινοι (2002, 2002). Την ίδια ώρα, η αυτοκρατορία χτίζεται με την κατάκτηση δύο ακόμη Πρωταθλημάτων (200, 2001) και το 2003 παγιώνεται με σερί τίτλων εντός συνόρων. Έκτοτε, μέχρι το 2011, ο Παναθηναϊκός κάνει κατάληψη στην κορυφή της Ελλάδας και είναι μόνιμος Πρωταθλητής με εννιά συνεχόμενες κατακτήσεις.

Παράλληλα, το brand και η δυναμική της ομάδας ολοένα και γιγαντώνεται στην Ευρώπη. Η παρέλαση σπουδαίων παικτών και ονομάτων, Ελλήνων και ξένων, ανεβάζει διαρκώς το επίπεδο και τον πήχη του τριφυλλιού. Ο Παναθηναϊκός απόλυτος κυρίαρχος στην Ελλάδα, αποτελώντας παράλληλα μία από τις κορυφαίες ομάδες στην ιστορία της EuroLeague. Σαρώνει τους τίτλους στις δύο εγχώριες διοργανώσεις και συνεχίζει να προσθέτει αστέρια στον ουρανό που είχε οραματιστεί ο Παύλος Γιαννακόπουλος. Αποκορύφωμα η καθολική υπεροχή και η απόλυτη κυριαρχία στις δύο αψεγάδιαστες σεζόν του 2007 και 2009, όταν ο Παναθηναϊκός κατέκτησε τα… πάντα, παίρνοντας με δύο Triple Crown.

Μάλιστα, το 2009 παρουσίασε ίσως την πληρέστερη ομάδα όλων των εποχών στη EuroLeague. Το δημιούργημα του Παύλου Γιαννακόπουλου είχε πλέον… βρει ουρανό, αλλά δεν είχε ταβάνι. Δύο χρόνια αργότερα (2011), το τριφύλλι κατακτά ένα ακόμη ευρωπαϊκό μέσα στη Βαρκελώνη, έχοντας πρώτα αποκλείσει την Μπαρτσελόνα.

Τα έξι αστέρια που έραψε ο Παναθηναϊκός του Παύλου Γιαννακόπουλου αποτελούν σήμερα μία από τις πιο βαριές κληρονομιές του, φέρνοντας τους πράσινους μεταξύ των ομάδων με τις περισσότερες ευρωπαϊκές κατακτήσεις.

ΣΥΝΕΠΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ

Πέρα από τα έξι ευρωπαϊκά και τους εγχώριους τίτλους, ο ιστορικός ηγέτης του τριφυλλιού έδωσε το σύνθημα για ένα ανεπανάληπτο επίτευγμα. Από το 1996 μέχρι και το 2012, ο Παναθηναϊκός έμοιαζε να έχει υπογράψει συμβόλαιο με την επιτυχία. Και να “γιγαντώσει” την ομάδα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κάτι που ήταν και το μεγάλο όνειρό του.

Οι πράσινοι τίτλοι με διοικητικό ηγέτη τον Παύλο Γιαννακόπουλο:

  • Διηπειρωτικό Κύπελλο (1): 1996
  • Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης (6): 1996, 2000, 2002, 2007, 2009, 2011
  • Πρωταθλήματα Ελλάδος (13): 1998, 1999, 2000, 2001, 2003, 2004, 2005, 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011
  • Κύπελλα Ελλάδας (9): 1993, 1996, 2003, 2005, 2006, 2007, 2008, 2009, 2012

Τα λόγια του: “Ο Παναθηναϊκός είναι η ζωή μου”

Το έργο του και η προσφορά του στον Παναθηναϊκό θα μνημονεύεται στους αιώνες. Η παρακαταθήκη του στις επόμενες γενιές ανεκτίμητη. Ο Παύλος Γιαννακόπουλος έβαλε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του στην ιστορία της “πράσινης” οικογένειας και δικαίως θεωρείται ένας εκ των κορυφαίων παραγόντων όλων των εποχών.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας του στα κοινά του “τριφυλλιού” δεν ήταν λίγες οι φορές που έκανε… θόρυβο με τις ατάκες του φανερώνοντας τον τρόπο σκέψης και βεβαίως την παθολογική αγάπη που έτρεφε για τον Παναθηναϊκό.

Χαρακτηριστική είναι η δήλωσή του: “Ο Παναθηναϊκός είναι η ζωή μου και θα είμαι ευτυχής να βλέπω καθημερινά τον Παναθηναϊκό να ανεβαίνει ένα σκαλί ακόμη παραπάνω”.

Ξεχωριστή βεβαίως ήταν η ατάκα του που δείχνει ξεκάθαρα τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε για την ομάδα: “Άλλοι τα παίζουν στα καζίνο, κάποιοι τα τρώνε στα μπουζούκια, εγώ όμως έχω τον Παναθηναϊκό. Η δική μου τρέλα είναι ο Παναθηναϊκός”, ενώ μετά το πρώτο πρωτάθλημα το 1998 επισήμανε: “Είναι η ακριβή τρέλα μου. Γιατί για μένα είναι χόμπι και όχι οικονομική επιχείρηση. Όποιος πει ότι από τα αθλήματα αυτά βγάζεις χρήματα, θα πει ψέματα”.

Μέχρι βεβαίως ο Παναθηναϊκός να φτάσει στη κορυφή τόσο εντός, όσο και εκτός των συνόρων χρειάστηκε να διαβεί δύσβατα μονοπάτια. Ο ίδιος όμως ήταν οπλισμένος με υπομονή και δικαιώθηκε. Κάποια στιγμή είχε ακουστεί ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να αποχωρήσει από τη διοίκηση κι εκείνος υπογράμμισε: “Είμαστε από τη Σπάρτη και έχουμε μάθει στη ζωή μας να παλεύουμε. Δεν τα βροντήξαμε σε πολύ δύσκολες στιγμές, δεν πιστεύω ότι θα το κάνουμε ποτέ”.

Αυτή ακριβώς η επιμονή του έχει αποτυπωθεί και σε σχετικό μήνυμα που υπάρχει στα αποδυτήρια του ΟΑΚΑ όπου αναγράφεται η ατάκα του: “Για να φτάσεις στην κορυφή, χρειάζεται να προσπαθήσεις. Να έχεις όραμα, αφοσίωση και πίστη”.

Ο Παναθηναϊκός ευτύχησε να πανηγυρίσει την κατάκτηση της κούπας του πρωταθλητή Ευρώπης το 1996 όταν στο Παρίσι λύγισε την αντίσταση της Μπαρτσελόνα σε έναν από τους πιο δραματικούς τελικούς όλων των εποχών. Ήταν μια πρώτη δικαίωση για τον Παύλο Γιαννακόπουλο που δήλωνε: “Το πρώτο ευρωπαϊκό στο Παρίσι, ήταν για εμάς η μεγαλύτερη χαρά που μπορούσε να γίνει για τον κόσμο του Παναθηναϊκού”.

Για να έρθουν φυσικά οι επιτυχίες χρειάστηκε να βάλει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη ολοκληρώνοντας μεταγραφές που έκαναν πάταγο και τις περισσότερες φορές ανακοίνωνε ο ίδιος παίρνοντας τηλέφωνο τους δημοσιογράφους. Για το καθαρά μεταγραφικό κομμάτι είχε πει: “Οι μεταγραφές είναι πάντα σαν τις γυναίκες που πρόκειται να γεννήσουν. Δεν ξέρεις δηλαδή, κάθε ενέργεια πού μπορεί να καθίσει”.

Κορυφαία αναμφίβολα μεταγραφή δεν είναι άλλη από αυτή του Ντομινίκ Ουίλκινς το καλοκαίρι του 1995. Σε ηλικία 36 ετών με τεράστια καριέρα στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου, το ΝΒΑ, Ο “Human Highlight Film”, είπε το πολυπόθητο ναι στην πρόταση του Παναθηναϊκού, με τον Παύλο Γιαννακόπουλο να δηλώνει: “Αγωνιστήκαμε επί μήνες, αρχικά να τον πείσουμε ώστε να έλθει στην Ελλάδα. Οι φίλοι του δεν τον παρότρυναν. Με την τρέλα όμως και το πάθος που είχαμε να δείξουμε στον κόσμο τι μπορεί να προσφέρει ο Παναθηναϊκός στον ελληνικό αθλητισμό, τα καταφέραμε”.

Η απόκτηση του Ντομινίκ Ουίλκινς έχει μείνει ιστορία. Ο Γιαννακόπουλος όμως μιλώντας στην κάμερα της Nova τον Φεβρουάριο του 1999 είχε αποκαλύψει είχε σκεφτεί να “χτυπήσει” την πόρτα του Μάικλ Τζόρνταν σε μια προσπάθεια να τον πείσει να αγωνιστεί έστω και σε ένα παιχνίδι προκειμένου να μοιράσει τα έσοδα σε φιλανθρωπικούς σκοπούς, κάνοντας παράλληλα και ένα δώρο στον κόσμο του Παναθηναϊκού: “Όταν ο Τζόρνταν αποφάσισε να φύγει, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν αν θα μπορούσα και αν είχα τη δυνατότητα, όχι την οικονομική, να επικοινωνήσω μαζί του και να τον φέρω να παίξει σε έναν αγώνα του Παναθηναϊκού. Και τα έσοδα από αυτό το ματς θα τα έδινα σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Πραγματικά θα ήταν κάτι, μια μικρή προσφορά σε αυτούς τους ανθρώπους που αγαπούν την ομάδα και έρχονται με κρύο, με βροχή και χιόνια να παρακολουθήσουν τον Παναθηναϊκό”.

Με τον κόσμο των “πράσινων” είχε ξεχωριστή σχέση και μεγάλο δέσιμο και προσπαθούσε να τον κάνε ευτυχισμένο με κάθε τρόπο. “O κόσμος του Παναθηναϊκού αξίζει να κάνεις κάθε θυσία, από εκεί και πέρα δεν υπάρχει περιορισμός. Το χαμόγελο ή το χειροκρότημα του κόσμου δεν μετριέται με χρήματα” είχε τονίσει, επισημαίνοντας με κάθε ευκαιρία την ανάγκη να υποστηρίζεται η ομάδα μέσα σε φίλαθλα πλαίσια: “Το μήνυμα στους φίλους του Παναθηναϊκού είναι να βρίσκονται κοντά στην ομάδα και να προσφέρουν βοήθεια αλλά περισσότερο να είναι άψογοι από πλευράς ήθους και επεισοδίων. Είναι απαράδεκτο να δημιουργούν καταστάσεις, πρέπει να είναι πάντα σε αθλητικά πλαίσια”.

Και αυτό που τον είχε στεναχωρήσει αφάνταστα, δεν ήταν παρά μια δική του αντίδραση για την οποία δήλωσε αργότερα πως μετάνιωσε: “Έχω μετανιώσει για την είσοδό μου στον αγωνιστικό χώρο, όταν σε ένα αγώνα έχασα την ψυχραιμία μου. Μία πράξη που δεν έπρεπε να έχει γίνει για κανένα λόγο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βλέπω εφιάλτες επί δύο μήνες. Πρέπει το πάθος και ο αυθορμητισμός να σταματούν εκεί που αρχίζει η λογική” εξήγησε.

Οι απογοητεύσεις: Οι μάχες που έχασε

Το όνομα του Παύλου Γιαννακόπουλου είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα στην ιστορία του Παναθηναϊκού. Τα έδωσε όλα για την αγαπημένη του ομάδα και ευτύχησε να ζήσει μεγάλες χαρές και να πανηγυρίσει τεράστιες επιτυχίες. Οι «πράσινοι» κυριάρχησαν εντός και εκτός των συνόρων και δεν χωράει η παραμικρή αμφιβολία πως τα πάντα θα ήταν τελείως διαφορετικά, αν ο ίδιος δεν επεδείκνυε τεράστια υπομονή και επιμονή όταν πράγματα δεν εξελίσσονταν όπως ενδεχομένως είχε σχεδιάσει.

Στη ζωή άλλωστε δεν είναι όλα ρόδινα, υπάρχουν και οι απογοητεύσεις, ωστόσο ο κορυφαίος διοικητικός ηγέτης του «τριφυλλιού» δεν το έβαλε ποτέ κάτω, δεν παράτησε τη μάχη και δικαιώθηκε πανηγυρικά.

Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ 1973 ΚΑΙ Η ΚΙΝΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΕ

Δεν αποτελεί δα και μυστικό πως ο Παύλος Γιαννακόπουλος είχε προσπαθήσει να εμπλακεί στη διοίκηση του ποδοσφαιρικού τμήματος μετά τον τελικό του “Γουέμπλεϊ” όταν η εσωστρέφεια κυριαρχούσε στους «πράσινους» που είχαν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα. Τον Ιούνιου του 1973 δίνει το παρών στην ιστορική συνέλευση στο πλευρό της παράταξης “Παναθηναϊκός Συναγερμός”, λαμβάνοντας τους περισσότερους σταυρούς! Αυτομάτως θα βγει μπροστά ως ηγέτης του ψηφοδελτίου. Βοηθάει τα μέγιστα και με τον χαρακτήρα του κερδίζει ολοένα και περισσότερες συμπάθειες.

Ωστόσο τα εσωτερική διχόνοια στην παράταξη έχει ως αποτέλεσμα να ανατραπεί, ενώ ο ίδιος απέχει από την επαναληπτική ψηφοφορία. Είχε μάλιστα επιχειρηθεί από ορισμένους να διαγραφεί από τα μητρώα ώστε να μην έχει τη δυνατότητα να αναλάβει την προεδρία. Είναι μια δύσκολη περίοδος για τον σύλλογο και φυσικά για τον ίδιο προσωπικά. Δεν θα το έβαζε όμως ποτέ κάτω.

Συνεχίζει να βοηθάει οικονομικά και όταν το 1979 οι ομάδες μετατράπηκαν σε επαγγελματικές και τα χρέη όλων ρυθμίστηκαν έκανε μια νέα κίνηση για να βγει μπροστά βοηθήσει τον Παναθηναϊκό. Καταθέτει μια επιταγή ύψους 20 εκατομμυρίων δραχμών προκειμένου να αγορά τις μετοχές, όμως τελικά αυτές κατέληξαν στην οικογένεια Βαρδινογιάννη που πρόσφερε 50 εκατομμύρια για το 54%. Ο Γιαννακόπουλος ένιωσε προδομένος από κάποια στελέχη του συλλόγου και έκανε πίσω για το καλό του Παναθηναϊκού. Αγόρασε δε για συμβολικούς λόγους μια μετοχή της ΠΑΕ, δείχνοντας και πάλι το δρόμο προς την ενότητα της “πράσινης” οικογένειας.

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΟ ΜΠΑΣΚΕΤ

Η μοίρα, λοιπόν, έφερε τον Παύλο Γιαννακόπουλο στο τμήμα μπάσκετ του συλλόγου και φρόντισε με πείσμα και πάθος να καταστήσει πανίσχυρο τον Παναθηναϊκό. Χρειάστηκε να βάλει το χέρι πολύ βαθιά στην τσέπη και να επενδύσει αμύθητα ποσά μέχρι οι “πράσινοι” να φτάσουν στο δικό τους Έβερεστ. Υπήρχαν άλλωστε ομάδες όπως ο Άρης, ο ΠΑΟΚ και εν συνεχεία ο Ολυμπιακός που κυριαρχούσαν.

Το 1993 πανηγύρισε την κατάκτηση του πρώτου Κυπέλλου, ωστόσο την ίδια χρονιά στους τελικούς ο Παναθηναϊκός δεν κατεβαίνει στο τέταρτο παιχνίδι στο ΣΕΦ σε μια κίνηση που μείνει στην ιστορία. Είχε προηγηθεί το μπρέικ των “ερυθρόλευκων” μέσα στη Γλυφάδα στον τρίτο τελικό. Οι “πράσινοι”, που είχαν διαφωνήσει με την αντικατάσταση του διαιτητή Νίκου Παπαδημητρίου, δεν έδωσαν το παρών στον τέταρτο τελικό και ο Ολυμπιακός κατέκτησε τον τίτλο. Η απογοήτευση ήταν και πάλι έκδηλη, όμως η πίστη του Γιαννακόπουλου παρέμεινε πολύ δυνατή.

Ο Παναθηναϊκός βεβαίως είχε ήδη αρχίσει να δυναμώνει πάρα πολύ και ουσιαστικά είχαν μπει οι βάσεις για να κυριαρχήσει στη συνέχεια. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο έδωσε το παρών σε δύο συνεχόμενα φάιναλ φορ. Αρχικά στο Τελ Αβίβ το 1994 και στη Σαραγόσα το 1995. Και τις δύο χρονιές ο Ολυμπιακός του Γιάννη Ιωαννίδη αφήνει εκτός τελικών το “τριφύλλι”.

Ένα χρόνο αργότερα ο Παναθηναϊκός έγινε η πρώτη ελληνική ομάδα που πανηγύρισε την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος στον αλήστου μνήμης τελικό με την Μπαρτσελόνα στο Παρίσι. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καθόλου καλά στους τελικούς του ελληνικού πρωταθλήματος. Στο πέμπτο παιχνίδι στο ΣΕΦ, χωρίς τον Ντομινίκ Ουίλκινς, οι “πράσινοι” θα γνωρίσουν την πιο βαριά ήττα σε ντέρμπι αιωνίων στην Α1 (73-38) χάνοντας παράλληλα και το πρωτάθλημα από τον Ολυμπιακό.

Αντί επιλόγου: Μια ιστορία από τα γραφεία του SKAI

  • Το αφιέρωμα για τον Παύλο Γιαννακόπουλο επιμελήθηκαν οι Αλέξανδρος Τρίγκας, Γιώργος Οικονόμου, Δημήτρης Σκούρτας, Χρήστος Μπαρούνης
  • Video Production: Χρήστος Πανάγος, Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου – Watkinson
  • Audio Production: Σώζων Ηρειώτης
  • Φωτογραφικές συνθέσεις: 24MEDIA creative team
  • Photo credits: Eurokinissi

Πηγή: Sport 24

Pin It on Pinterest

Shares
Share This