Επιλογή Σελίδας

Του Ιωάννη Πέππα

Ο Ούγγρος κεντρικός επιθετικός Σάντορ Κότσις (Sándor Péter Kocsis), γεννήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου του 1929, στη Βουδαπέστη. Έπαιξε για την Φερεντσβάρος, την Χόνβεντ, την Γιανγκ Μπόις της Ζυρίχης, την Μπαρτσελόνα και την εθνική ομάδα της Ουγγαρίας. Κατά τη δεκαετία του 1950, μαζί με τους Φέρεντς Πούσκας (Ferenc Puskás), Ζόλταν Τσίμπορ (Zoltán Czibor), Γιόζεφ Μπόζικ (József Bozsik) και Νάντορ Χιντεγκούτι (Nándor Hidegkuti), υπήρξε μέλος των «Μαγικών Μαγυάρων», της εκπληκτικής εθνικής ομάδας της Ουγγαρίας, που μάγεψε με τις επιδόσεις της εκείνη την δεκαετία. Ήταν ένας παραγωγικός σκόρερ τόσο για τη Χόνβεντ όσο και για την Ουγγαρία, όντας ο Κορυφαίος Σκόρερ σε οποιοδήποτε ευρωπαϊκό πρωτάθλημα το 1952 και το 1954. Επίσης, σημείωσε 75 γκολ σε 68 εμφανίσεις για την εθνική Ουγγαρίας, μια αναλογία 1,10 γκολ/αγώνα στο υψηλότερο επίπεδο του παιχνιδιού. Ήταν ο Κορυφαίος Σκόρερ στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954 με 11 γκολ και ήταν ο Πρώτος Παίκτης που σκόραρε 2 χατ-τρικς σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, έχοντας καταγράψει συνολικά 7 χατ-τρικς για την εθνική ομάδα.

Το Ρεκόρ του, των 2,2 γκολ/αγώνα σε μια διοργάνωση Παγκοσμίου Κυπέλλου εξακολουθεί να στέκεται μέχρι και σήμερα, ενώ μόνο ο Γάλλος Ζιστ Φοντέν (Just Fontaine) έχει σκοράρει περισσότερα γκολ σε μια διοργάνωση Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ήταν ιδιαίτερα γνωστός για την ικανότητά του στο σκοράρισμα με το κεφάλι. Η αναλογία των 1,103 γκολ/αγώνα τον κατατάσσει στην πρώτη θέση για τους παίκτες που έχουν ξεπεράσει τις 43 διεθνείς συμμετοχές, ακολουθούμενος από τον (Δυτικο)-Γερμανό Γκερντ Μίλερ (Gerd Müller) με αναλογία 1,097 γκολ/αγώνα (68 γκολ σε 62 παιχνίδια) και είναι οι μόνοι 2 παίκτες στην ιστορία με περισσότερα από +1.0 γκολ/αγώνα και με περισσότερους από 43 διεθνή παιχνίδια. Ο Φέρεντς Πούσκας με 0,99 γκολ/αγώνα (84 γκολ σε 85 αγώνες) κατατάσσεται επί του παρόντος στην 3η θέση.

Ξεκίνησε την καριέρα του στα τμήματα υποδομής της Κομπανιάι πριν μεταγραφεί το 1945 στη Φερεντσβάρος, με την οποία κατέκτησε τον πρώτο τίτλο του στο ουγγρικό πρωτάθλημα το 1949. Ήταν τότε που κλήθηκε να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και εντάχθηκε στον σύλλογο του ουγγρικού Στρατού, τη Χόνβεντ της Βουδαπέστης, στην οποία υπήρξε συμπαίκτης του Φέρεντς Πούσκας (Ferenc Puskás), του Ζόλταν Τσίμπορ (Zoltán Czibor) και του Γιόζεφ Μπόζικ (József Bozsik). Κατά την παραμονή του στον σύλλογο, κατέκτησε 3 περισσότερους τίτλους του ουγγρικού πρωταθλήματος, το 1952, το 1954 και το 1955. Τελείωσε ως κορυφαίος σκόρερ στο πρωτάθλημα 3 φορές, το 1951, το 1952 και το 1954 σκοράροντας 30, 36 και 33 γκολ αντίστοιχα. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις ήταν παράλληλα και ο κορυφαίος σκόρερ σε οποιοδήποτε ευρωπαϊκό πρωτάθλημα! Κατά τη διάρκεια της σεζόν του 1952, ήταν επίσης ο πρώτος σκόρερ στα πρωταθλήματα Α’ Κατηγορίας Παγκοσμίως, με 36 γκολ. Το ίδιο κατόρθωμα το επανέλαβε το 1954 με 33 γκολ!

Το 1956, η Χόνβεντ συμμετείχε στο Κύπελλο Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης και στον πρώτο γύρο έπαιξε εναντίον της Αθλέτικ του Μπιλμπάο, στην Ισπανία. Ηττήθηκε με 2-3, αλλά πριν προλάβει να παίξει το παιχνίδι στην έδρα της, η ουγγρική επανάσταση είχε ξεσπάσει πίσω στη Βουδαπέστη! Οι παίκτες αποφάσισαν να μην γυρίσουν πίσω στην Ουγγαρία και κανόνισαν τον επαναληπτικό με την Αθλέτικ, να τον παίξουν στο Στάδιο Χέιζελ των Βρυξελλών. Ήλθαν ισόπαλοι 3-3 και αποκλείστηκαν με 5-6 στο σύνολο! Ο αποκλεισμός άφησε τη Χόνβεντ στο κενό. Οι παίκτες κάλεσαν τις οικογένειές τους στη Βουδαπέστη και παρά την αντίθεση από τη FIFA και την Ουγγρική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, οργάνωσαν μια ερανικού τύπου περιοδεία στην Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και τη Βραζιλία. Μετά την επιστροφή τους στην Ευρώπη, οι παίκτες χώρισαν τους δρόμους τους. Κάποιοι, συμπεριλαμβανομένων του Μπόζικ, επέστρεψαν στην Ουγγαρία ενώ άλλοι, συμπεριλαμβανομένων των Τσίμπορ, Κότσις και Πούσκας, βρήκαν νέους συλλόγους να συνεχίσουν τη καριέρα τους στη Δυτική Ευρώπη και η κορυφαία ομάδα που έβγαλε το ανατολικό μπλοκ σκόρπισε στους πέντε ανέμους!

Όντας το alter ego του Φέρεντς Πούσκας, μαζί ήρθαν στην Ελλάδα τον χειμώνα του 1956, όταν λίγο έλειψε να αλλάξουν και τη μοίρα του ελληνικού ποδοσφαίρου, ερχόμενοι στον Πειραιά, καλεσμένοι του αείμνηστου Δημήτρη Καρέλλα που είχε μπει σφήνα στο κατεστημένο. Ο σύλλογος του Πειραιά, διέθετε εκείνη τη σεζόν, τη 1956/57, μία από τις καλύτερες ομάδες της ιστορίας του και έφτασε πολύ κοντά στο να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Με παίκτες όπως ο Γιώργος Λαιμός, ο Γιάννης Φερλέμης αλλά και με τον Στάθη Μανταλόζη, που θεωρείται ένας εκ των κορυφαίων τερματοφυλάκων Όλων των Εποχών, στον τελικό γύρο του πρωταθλήματος ο Εθνικός είχε νικήσει Ολυμπιακό (1-0 με γκολ του Χρήστου Καραουλάνη), 2-1 τον Παναθηναϊκό και πήγαινε φουλ για τον τίτλο. Σε ένα φιλικό τουρνουά, λίγο πριν από το Πάσχα, ο Καρέλλας συμφώνησε με τους Ούγγρους φυγάδες να αγωνιστούν με τον Εθνικό. Παίρνοντας μέρος και σε μερικά φιλικά απέναντι στον ΠΑΟ και την ΑΕΚ αλλά και τον πολύ ισχυρό Απόλλωνα Σμύρνης. Οι νίκες του Εθνικού, που χρησιμοποίησε σε ένα από αυτά τα ματς για ένα ημίχρονο τον Πούσκας και τον Κότσις, προκάλεσε πανικό στους τρεις εταίρους του ΠΟΚ (Ολυμπιακό, ΠΑΟ, ΑΕΚ) και μόλις έγινε γνωστό πως είχαν απευθύνει πρόσκληση και στον Τσίμπορ να έρθει στον Πειραιά, η κατάσταση ξέφυγε.

Οι τρεις μεγάλοι πίεσαν την ΕΠΟ, ζητώντας την τιμωρία του Εθνικού, αφού χρησιμοποιούσε παίκτες τιμωρημένους από την ομοσπονδία της Ουγγαρίας και επαγγελματίες σύμφωνα με τα λεγόμενά τους! Η ΕΠΟ, στις 20 Μαΐου του 1957 πήρε τη σκανδαλώδη απόφαση να μηδενίσει τον Εθνικό, που πήγαινε ολοταχώς για τον τίτλο! Οι «Μπλε» έχασαν το βέβαιο πρωτάθλημα, ενώ οι Μαγυάροι, αφού είδαν πως δεν μπορούσαν να αγωνιστούν, έφυγαν ψάχνοντας την τύχη τους σε άλλες  χώρες.

Πέρασε μια σεζόν με τη Γιανγκ Φέλοους στη Ζυρίχη, όταν και πείστηκε από έναν άλλο Ούγγρο πρόσφυγα, τον Λάζλο Κουμπάλα (László Kubala) και μαζί με τον Ζόλταν Τσίμπορ υπέγραψαν στη Μπαρτσελόνα. Επέστρεψε στα γήπεδα στις 15 Φεβρουαρίου του 1958, σκοράροντας στο ντεμπούτο του στην ισπανική La Liga, σε μια νίκη με 4-1 επί της Ρεάλ Μπέτις. Ως μέλος μιας ομάδας που περιλάμβανε επίσης τον Αντόνι Ράμαλιετς (Antoni Ramallets), τον Βραζιλιάνο Εβαρίστο (Evaristo de Macedo Filho) και τον Λουίς Σουάρεθ (Luis Suárez Miramontes), κατέκτησε το double της περιόδου 1958/59, ενώ την επόμενη περίοδο, 1959/60, κατέκτησε και πάλι το ισπανικό πρωτάθλημα παράλληλα με το Κύπελλο Διεθνών Εκθέσεων, τον πρόδρομο του Κυπέλλου UEFA. H Μπαρτσελόνα έφτασε επίσης στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1961 και οι Τσίπμπορ και Κότσις, επέστρεψαν στο Στάδιο Βάνγκντορφ στη Βέρνη, όπου το 1954, παίζοντας για την Ουγγαρία, είχαν χάσει τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου! Παρά το ότι και οι δύο τους σκόραραν, βρέθηκαν και πάλι στην πλευρά των χαμένων, αφού ηττήθηκαν και πάλι με το ίδιο σκορ, 2-3 αυτή τη φορά από την Μπενφίκα!

Σκόραρε δύο γκολ στον τελικό του ισπανικού Κυπέλλου του 1959, όταν η Μπαρτσελόνα νίκησε τη Γρανάδα με  4-1. Στο Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1960, σκόραρε 4 από τα γκολ, στη νίκη με 5-2 στον προημιτελικό επί της Γουλβς. Επίσης σημείωσε χατ-τρικ απέναντι στη Ρεάλ Σοσιεδάδ σε ένα παιχνίδι πρωταθλήματος το 1961 και σημείωσε και τα τρία γκολ στο τελικό του Κυπέλλου Εκθέσεων του 1962, όταν ηττήθηκαν από την Βαλένθια με 3-7 στο σύνολο. Το 1961, έπαιξε επίσης ως φιλοξενούμενος για την Βαλένθια και τους βοήθησε να κατακτήσουν το καλοκαιρινό τρόπαιο που διοργανώνει ο σύλλογος, το Trofeo Naranja. Σκόραρε και στα δύο παιχνίδια, όταν η Βαλένθια νίκησε τη Μποταφόγκο και τη Μπαρτσελόνα. Σημείωσε επίσης άλλο ένα γκολ στον τελικό του ισπανικού Κυπέλλου του 1963, που πραγματοποιήθηκε στο Καμπ Νόου και η Μπαρτσελόνα κέρδισε τη Ρεάλ Σαραγόσα με 3-1. Αποσύρθηκε ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής το 1966

Έκανε το ντεμπούτο του για την εθνική ομάδα της Ουγγαρίας στις 6 Ιουνίου του 1948, σε μια νίκη 9-0 επί της Ρουμανίας στη Βουδαπέστη, σκοράροντας 2 γκολ. Μαζί με τον Φέρεντς Πούσκας, τον Ζόλταν Τσίμπορ, τον Γιόζεφ Μπόζικ και τον Νάντορ Χιντεγκούτι (Nándor Hidegkuti), υπήρξε η βασική επιθετική αιχμή και αναντικατάστατο μέλος του πυρήνα της λεγόμενης Αράντσαπατ (Aranycsapat – Η Χρυσή Ομάδα) που πήγε αήττητη για 32 συνεχόμενα παιχνίδια! Η ουγγρική εθνική ομάδα δεν υπέστη ήττα σε οποιαδήποτε διεθνή συνάντηση συμμετείχε, μεταξύ της 4ης Ιουνίου του 1950 και της 4ης Ιουλίου του 1954, όταν ηττήθηκε στον Τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954! Έχει σημειώσει 7 χατ-τρικ για την Ουγγαρία.

Άνοιξε τον λογαριασμό των διεθνών του χατ-τρικ του σε ένα παιχνίδι εναντίον της Σουηδίας, στις 20 Νοεμβρίου του 1949 και σημείωσε άλλο ένα στις 22 Ιουνίου του 1952 εναντίον της Φινλανδίας. Σημείωσε επίσης 6 γκολ στη Διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του Ελσίνκι, όταν η Ουγγαρία αναδείχθηκε Ολυμπιονίκης το 1952. Στις 19 Οκτωβρίου αυτής της χρονιάς σημείωσε το τρίτο διεθνές χατ-τρικ του, σε ένα παιχνίδι εναντίον της  Τσεχοσλοβακίας. Τον Νοέμβριο του 1953, η Ουγγαρία νίκησε την Αγγλία με 6-3 στο Γουέμπλεϊ και στη συνέχεια, το 1954, επιβλήθηκε και πάλι με 7-1, στη ρεβάνς της Βουδαπέστης. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου παιχνιδιού σημείωσε 2 γκολ. Το 1953, η Ουγγαρία κατέκτησε επίσης το Διεθνές Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης.

Τελείωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954 ως κορυφαίος σκόρερ της διοργάνωσης, πετυχαίνοντας 11 γκολ, συμπεριλαμβανομένων δύο χατ-τρικ, όντας ο πρώτος παίκτης που σκοράρει δύο χατ-τρικ σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο! Στο εναρκτήριο παιχνίδι σημείωσε το πρώτο του χατ-ρικ, που ήταν και πρώτο του τουρνουά, εναντίον της Νότιας Κορέας, όταν η Ουγγαρία κέρδισε σε 9-0. Στο επόμενο παιχνίδι εναντίον της Γερμανίας, σημείωσε ακόμη ένα, από τα συνολικά 4 γκολ του στην επιβλητική νίκη με  8-3 επί της Γερμανίας του προπονητή Σεπ Χερμπέργκερ (Sepp Herberger). Στα προημιτελικά, η Ουγγαρία έπαιξε με τη Βραζιλία, σε ένα παιχνίδι που έχει μείνει στη Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ιστορία ως η «Μάχη της Βέρνης», σκόραρε 2 φορές, σε μια σύγκρουση που είδε την Ουγγαρία τελικά νικήτρια με 4-2. Στη συνέχεια, έφτασε στον τελικό, αφού νίκησε τη Πρωταθλήτρια Κόσμου, Ουρουγουάη στα ημιτελικά. Το παιχνίδι ήταν 2-2 στην παράταση, μέχρι ο Κότσις να σκοράρει δύο γκολ για να σφραγίσει άλλο μια νίκη με 4-2. Στον τελικό, συναντήθηκαν και πάλι με τη Γερμανία. Ωστόσο, για πρώτη φορά στη διοργάνωση απέτυχε να σκοράρει και οι Γερμανοί κέρδισαν με 3-2, στον αγώνα που η Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ιστορία ‘εχει καταγράψει σαν το «Θαύμα της Βέρνης»!  Στις 24 Οκτωβρίου του 1954, σημείωσε το 6ο διεθνές χατ-τρικ του και δεύτερο εναντίον της Τσεχοσλοβακίας. Ολοκλήρωσε με το 7ο  και τελευταίο χατ-τρικ του για την Ουγγαρία, στις 5 Νοεμβρίου του 1955, σ’ ένα παιχνίδι εναντίον πάλι της Σουηδίας, που είχε σημειώσει τον πρώτο του! Έπαιξε το τελευταίο παιχνίδι του ως διεθνής,  στις 14 Οκτωβρίου του 1956 στη Βιέννη, με την Αυστρία.

Σκόραρε 75 γκολ σε 68 εμφανίσεις για την Ουγγαρία, ένα μέσο όρο 1,103 γκολ ανά παιχνίδι στο υψηλότερο επίπεδο του παιχνιδιού. Ο απολογισμός του είναι 52 νίκες, 11 ισοπαλίες και 3 ήττες. Το ρεκόρ του, των κατά μέσο όρο, 2,2 γκολ ανά παιχνίδι σε μια διοργάνωση Παγκοσμίου Κυπέλλου εξακολουθεί να είναι αξεπέραστη, αν και ο Γάλλος Ζίστ Φοντέν (Just “Justo” Fontaine) έχει σκοράρει περισσότερα γκολ (13) σε μια διοργάνωση σε περισσότερους όμως αγώνες (6). Η επίδοσή του των 1,103 γκολ ανά παιχνίδι, σε διεθνείς αγώνες, τον κατατάσσει στη θέση № 1, ακολουθούμενος στενά από τον Γερμανό Γκερντ Μίλερ (Gerd Müller) με 1,097 γκολ ανά παιχνίδι (68 γκολ σε 62 παιχνίδια) και είναι οι δύο μοναδικοί παίκτες στην ιστορία με ένα μέσο όρο πάνω από 1,0 γκολ ανά παιχνίδι. Ο Φέρεντς Πούσκας με 0,99 γκολ ανά παιχνίδι (84 γκολ σε 85 αγώνες) αυτή τη στιγμή κατατάσσεται 3ος.

Όταν αποσύρθηκε από το ποδόσφαιρο άνοιξε ένα εστιατόριο στη Βαρκελώνη, το οποίο ονόμασε “Tete D ‘Or” (Το Χρυσό Κεφάλι)! Εργάστηκε επίσης ως προπονητής στη Μπαρτσελόνα, ενώ μεταξύ 1972 και 1974 οδήγησε τη Χέρκουλες του Αλικάντε. Ωστόσο η προπονητική του καριέρα διεκόπη όταν διαγνώστηκε με λευχαιμία και αργότερα με καρκίνο στο στομάχι. Ο Σάντορ Κότσις πέθανε στις 22 Ιουλίου του 1979, σε ηλικία 49 ετών, διαλέγοντας ο ίδιος να δώσει τέλος στη ζωή του, πηδώντας από τον 4ο όροφο νοσοκομείου της Βαρκελώνης που νοσηλευόταν. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι έχει διαπράξει αυτοκτονία, αν και μπορεί να ήταν μόνο ένα ατύχημα!

PALMARES

Επαγγελματική καριέρα

  • 1943/44: Kobanyai Torna Club, 5 (0)
  • 1945–1950: Ferencvárosi Torna Club, 59 (40)
  • 1950: Ferencvárosi Torna Club (ÉDOSZ), 30 (30)
  • 1950–1957: Budapest Honvéd Futball Club, 145 (153)
  • 1957/58: Sportclub Young Fellows Juventus, 11 (7)
  • 1958–1965: Futbol Club Barcelona, 75 (42)
  • 1961: (δανεικός) → Valencia Club de Fútbol, (φιλοξενούμενος)                

Διεθνής

  • 1948–1956: Ουγγαρία, 68 (75)

Προπονητική καριέρα

  • 1970/71: Hércules de Alicante Club de Fútbol
  • 1974: Alicante Club de Fútbol

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη Ferencváros TC

  • Πρωτάθλημα Ουγγαρίας: 1949

Με τη Honvéd FC

  • Πρωτάθλημα Ουγγαρίας: 3 (1952, 1954, 1955)

Με τη  Barcelona

  • Πρωτάθλημα Ισπανίας: 2 (1958/59, 1959/60)
  • Κύπελλο Ισπανίας: 2 (1958/59, 1962/63)
  • Κύπελλο Διεθνών Εκθέσεων: 1958/60

 Με τη Valencia CF

  • Trofeu Taronja: 1961

Διεθνείς

Με την Ουγγαρία

  • Ολυμπιακοί Αγώνες: Χρυσό Μετάλλιο το 1952 στο Ελσίνκι 
  • Πρωτάθλημα Κεντρικής Ευρώπης: 1953
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 1954

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Πρώτος Σκόρερ Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1954
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1954
  • Στους 100 Καλύτερους Ποδοσφαιριστές του Κόσμου από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer»

Πηγή: Ευλογημένο Ποδόσφαιρο

Pin It on Pinterest

Shares
Share This