Επιλογή Σελίδας

Του Αντώνη Καρπετόπουλου

Μια μέρα πριν γίνουν τα ματς του ΠΑΟΚ με την Ομόνοια και της ΑΕΚ με την Μπράγκα έγραφα στην εφημερίδα ότι οι δυο ελληνικές ομάδες κινδυνεύουν σοβαρά να πληρώσουν την έλλειψη εσωτερικής κριτικής, μετά το μεταξύ τους ματς της Κυριακής, το οποίο αν κάτι έδειξε είναι ότι δεν έχουν ακόμα αντιμετωπίσει προβλήματα, που κουβαλάνε από πέρυσι και τα οποία είχαν φανεί πολύ στη διαδικασία των play off. Αν προσπαθείς να δικαιολογήσεις την εμφάνιση της ΑΕΚ με τον ΠΑΟΚ, η ΑΕΚ θα κάνει την ίδια εμφάνιση και με την Μπράγκα: έκανε τελικά χειρότερη. Κι αν λες ότι την Κυριακή ο ΠΑΟΚ έπρεπε να κερδίσει 4-1, ο ΠΑΟΚ δεν θα κερδίσει ούτε την Ομόνοια. Πράγμα που συνέβη.

Πολλά τα στοιχήματα

Υπάρχει και για τους δυο η μικρή και η μεγάλη εικόνα – θα αρχίσω από τη δεύτερη. Από την ώρα που έχασε τον Βράνιες η ΑΕΚ πέρυσι δεχόταν γκολ σε όλα σχεδόν τα παιγνίδια της. Στα play off το πρόβλημα αυτό έβγαζε μάτια, ενώ παραλίγο η ΑΕΚ να αποκλειστεί από τον Αρη γιατί στο Βικελίδης είχε δεχτεί δυο γκολ, χωρίς ο γηπεδούχος να την πιέσει κι ιδιαίτερα. Ο Καρέρα που είναι πρακτικός άνθρωπος βλέποντάς το πρόβλημα αποφάσισε σε κάποια ματς να τραβήξει την ομάδα λίγο πιο πίσω. Όταν το έκανε δυσκόλεψε ακόμα πιο πολύ η φάση της δημιουργίας: έτσι ήρθε το 0-0 με τον ΠΑΟΚ αλλά και η ήττα από τον ελλιπέστατο Ολυμπιακό στο κύπελλο Ελλάδος – αποτελέσματα που στοίχησαν το πρώτο ένα εισιτήριο για τα προκριματικά του Τσάμπιονς λιγκ και το δεύτερο το μόνο τίτλο που η ΑΕΚ διεκδικούσε. 

Το καλοκαίρι περίμενα ότι η ΑΕΚ θα έπαιρνε δυο «κέρβερους» για την άμυνα – δυο παίκτες ικανούς να αντικαταστήσουν τον Βράνιες, αλλά και τον Τσιγκρίνσκι που πέρσι έχασε του κόσμου τα ματς, παρόλο που η ΑΕΚ δεν έπαιζε στην Ευρώπη. Η ΑΕΚ προτίμησε να βάλει πέντε στοιχήματα. Στοίχημα είναι ο Χνιντ, που δεν έχει αγωνιστεί στην Ευρώπη. Στοίχημα ο Νεντελτσεάρου, που έπαιζε σε μια μικρή ομάδα της Ρωσίας, σίγουρα όχι ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας. Στοίχημα οι αντοχές του Τσιγκρίνσκι. Στοίχημα ο Σβάρνας, που προοδεύει αλλά ενώ θα πρεπε να είναι ένας καλός αναπληρωματικός, παίζει πλέον πιο πολύ από όλους. Στοίχημα και ο Λάτσι για τον οποίο πολλά καλά ακούγονται, αλλά ακόμα αργεί. Το αποτέλεσμα των στοιχημάτων είναι ότι η ΑΕΚ δέχεται γκολ σε όλα τα δύσκολα ματς που έχει δώσει – κράτησε το μηδέν μόνο στην Ελβετία με την Σεν Γκάλεν και με τον Παναιτωλικό, χάρη στον Τσιντότα.

Δεν θέλω να μηδενίζω τους παίκτες: ίσως στο τέλος της σεζόν ο Χνιντ και ο Νεντελτσεάρου είναι οι καλύτεροι αμυντικοί του πρωταθλήματος, ίσως για τον Σβάρνα να ενδιαφερθεί η Σέλτικ, ίσως ο Τσιγκρίνσκι να ξανανιώσει. Για την ώρα ωστόσο ο Καρέρα δεν μοιάζει να τους θεωρεί έτοιμους για να υποστηρίξουν ένα παιγνίδι πρωτοβουλίας, δηλαδή για να ανεβάσουν την ομάδα ψηλά στο γήπεδο. Το αποτέλεσμα είναι ότι στα δύσκολα ματς η ΑΕΚ μένει πίσω, μπας και δεν φανούν τα δεδομένα προβλήματα των παικτών αυτών. Κάνοντας αυτό, επειδή και τα χαφ είναι βαριά και δεν πρεσάρουν (κι επειδή υπάρχουν στη μεσαία γραμμή και απουσίες) η ΑΕΚ παίζει ιταλικό ποδόσφαιρο του ΄90. Όχι αυτό που έπαιζε η Γιουβέντους, όταν ήταν εκεί ο Καρέρα, αλλά αυτό που έπαιζε η Αταλάντα και το Μπάρι στις οποίες επίσης έπαιξε: η ΑΕΚ αφήνει τη μπάλα στον αντίπαλο, δεν πιέζει κι απλά περιμένει. Κι αν έχει καμιά έμπνευση κάποιος παίκτης της μπορεί να βγάλει καμιά αντεπίθεση: δυστυχώς κι αυτό το κάνει σπάνια.   

Ούτε όταν έφυγε ο Πρίγιοβιτς

Το εντελώς αντίθετο είναι το πρόβλημα του ΠΑΟΚ. Ο ΠΑΟΚ πέρυσι στα play off άρχισε να δείχνει δυσκολίες στο γκολ που δεν είχε ακόμα κι όταν είχε χάσει μεσούσης της περιόδου τον Πρίγιοβιτς. Ο Φερέιρα είδε την ομάδα του όχι μόνο να μένει χωρίς νίκη με Ολυμπιακό, ΑΕΚ, ΠΑΟ και Αρη στην Τούμπα, αλλά να μην βάζει ούτε γκολ. Φέτος σκέφτηκε να αντιγράψει τον Μαρτίνς, να φτιάξει δηλαδή μια άμυνα και πάνω της να στηρίξει την επίθεση, ελπίζοντας πως έτσι θα προκύψει μια ομάδα ικανή για να κερδίζει στα δύσκολα με 1-0. Αλλά στο μεταξύ ο Πορτογάλος έχασε παίκτες: δεν έχει τον Ακπομ, που δεν ήταν σπουδαίος σκόρερ αλλά τουλάχιστον πίεζε και δεν έχει τον Λημνιό, που δεν έσκιζε τα δίχτυα αλλά έτρεχε. Στην πορεία έχασε τον Πέλκα και βρήκε τον Μουργκ (που μοιάζει στον Έλληνα άσο), αλλά κατά τη γνώμη μου άρχισε να αδικεί τον Σβινβτέρσκι που ξέρει την ομάδα πιο πολύ από τον Τσόλακ. Η επίθεση του ΠΑΟΚ έγινε αναποτελεσματική και γιατί στα χαφ υπάρχουν μόνο δυο παίκτες να κουβαλήσουν καλά τη μπάλα, δηλαδή ο Σβαπ και ο Εν Καντουρί. Αν ο ένας λείπει και τον άλλο τον μπλοκάρεις, δεν έχεις πολλά να φοβηθείς.

https://m.naftemporiki.gr/thumb/1649607/1200/1200/0x00000000019339a2/1/paok-omonoia.jpg

Δυστυχώς έκανε πέντε αλλαγές

Πάμε τώρα να δούμε τι έγινε χθες. Μετά από ένα πεταμένο πρώτο ημίχρονο (σχεδόν καταστροφικό αν συνυπολογίσεις ότι ο ΠΑΟΚ δέχτηκε γκολ την πρώτη φορά που η Ομόνοια πέρασε τη σέντρα) ο Φερέιρα κατάλαβε τι αντίπαλο είχε απέναντί του: η Ομόνοια, που έπαιζε ένα 4-4-2  βρετανικής λογικής (πράγμα όχι παράξενο αφού στην Αγγλία έμαθε την τέχνη ο προπονητής της Χένινγκ Μπεργκ) άφηνε στον ΠΑΟΚ την μπάλα πολύ. Όταν μια ομάδα σου αφήνει πολύ τη μπάλα, χρειάζονται δυο πράγματα: να έχεις παίκτες που με αυτή κάτι να μπορούν να κάνουν και να ανεβείς πιο ψηλά στο γήπεδο, ώστε η κατοχή της μπάλας να σε κάνει απειλητικό. Ο Φερέιρα άλλαξε τον Εσίτι με τον Ντούγκλας Αουγκούστο που είναι πιο δημιουργικός, έβαλε στο γήπεδο τον Ροντρίγκο που τρέχει πιο πολύ από τον Μάτος, και φώναξε στον πάγκο τον Τσόλακ για να παίξει φορ ο Σβιντέρσκι. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ΠΑΟΚ πήρε το ρίσκο να ανεβεί στο γήπεδο έφεραν γρήγορα την ισοφάριση  – σκόραρε ο Μουργκ στο 56’ μετά από γύρισμα του Ζβαπ.

Ο ΠΑΟΚ θα έφτανε και στην ανατροπή, αν ο Φερέιρα δεν είχε ακόμα δυο αλλαγές. Στο 73΄ ο Πορτογάλος θέλησε να δείξει ότι μπορεί να πάρει το ματς ο ίδιος, χάρη στις εμπνεύσεις του. Πέρασε στο παιγνίδι τον Τζόλη και τον Μπίσεσβαρ, βγάζοντας τον Μουργκ και τον Ζίφκοβιτς – δηλαδή τους δυο καλύτερους επιθετικούς του. Ο Τζόλης δεν ακούμπησε τη μπάλα. Ο Μπίσεσβαρ είχε όρεξη, αλλά είναι τρομερά αργός. Η Ομόνοια αναθάρρησε, ανασυντάχτηκε και κράτησε την ισοπαλία δίκαια. Και πάλι καλά για τον ΠΑΟΚ που ο Σκοτσέζος διαιτητής Μπόμπι Μάντεν δεν είδε το πέναλτι που έκανε ο Μιχαηλίδης στον δαιμόνιο Μποτεάκ, γιατί μπορεί να χε χάσει και το ματς.

Γιατί έπρεπε ο Φερέιρα να χαλάσει ό,τι έφτιαξε; Γιατί δεν εμπιστεύεται όσο θα πρεπε τους κυνηγούς του. Κι έτσι τους χρησιμοποιεί όλους – μπας και βρει τον ήρωα της βραδιάς. Αλλά αυτό δεν το λες ακριβώς σοβαρή προπονητική παρέμβαση.

https://onsports.bbend.net/media/com_news/story/2020/10/22/698086/main/livaja.jpg

Απλό πρόβλημα που στοίχισε

Της ΑΕΚ το πρόβλημα ήταν πιο απλό και επειδή δεν λύθηκε στοίχισε και πιο πολύ. Η Μπράγκα έπαιξε με τη βεβαιότητα ότι θα της βάλει γκολ, ακριβώς γιατί ο Καρβαλιάλ είχε δει την ΑΕΚ και ήξερε τις αμυντικές της αδυναμίες. Η αθλητική, γρήγορη και γεμάτη ενέργεια Μπράγκα ευτύχησε να βρει το γκολ μόλις στο 45΄ – το έκανε όμως με ένα τρόπο δουλεμένο κι έχοντας προηγουμένως προειδοποιήσει: στη σέντρα του Εσκάιο έρχεται να πάρει την κεφαλιά ο εξτρέμ Γκαλένο «κόβοντας» ωραία, κι ενώ τέσσερις αμυντικοί της ΑΕΚ παρακολουθούν. Εκεί κατά τη γνώμη μου τελείωσε το ματς: για όποιον είχε δει μια φορά στη ζωή του τη φετινή Μπράγκα και την εφετινή ΑΕΚ ήταν βέβαιο πως αν η ομάδα του Καρέρα έβγαινε πιο ψηλά κι άλλαζε διάταξη, ακόμα κι αν έκανε κάποιες ευκαιρίες, θα δεχόταν αντεπιθέσεις – φωτιά. Τις δέχτηκε και κάηκε. Αλλά το ματς το έχασε στο 45΄.

Δεν φταίει ο Κροάτης

Η επανάληψη συνεχόμενων αδυναμιών φέρνει γκρίνια. Η δήλωση του Φερέιρα ότι λείπει «ο κόσμος από την Τούμπα και για αυτό οι αντίπαλοι κάνουν αποτελέσματα» είναι δικαιολογία από το πανέρι. Η αλλαγή του Λιβάγια στο 90΄από τον Καρέρα μοιάζει με προσπάθεια να βρεθεί ένας φταίχτης. Δεν σκίζει ο Κροάτης. Αλλά για το ότι η ΑΕΚ παίζει στα σοβαρά ματς με οκτώ παίκτες πίσω και δεν μπορεί να κρατήσει το μηδέν σίγουρα δεν φταίει αυτός. Το ευχάριστο και για τους δυο είναι ότι χειρότερα μάλλον δεν γίνεται…

Πηγή: Κάρπετ Show

Pin It on Pinterest

Shares
Share This