Επιλογή Σελίδας

Επιμέλεια, Παντελής Βλαχόπουλος, Θέμης Καίσαρης

Το ραντεβού στο σπίτι του Ντούσαν Ίβκοβιτς ήταν στις 10 το πρωί. Η σύζυγός του μας υποδέχθηκε και περάσαμε στο σαλόνι. Με το βλέμμα πότε στη θάλασσα, που έλαμπε μέσα απ’την μπαλκονόπορτα, και πότε στις φωτογραφίες στις κορνίζες, αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για τη συνέντευξη.

Ο Ίβκοβιτς εμφανίστηκε σχεδόν δέκα λεπτά αργότερα. Μας άπλωσε το χέρι του να συστηθούμε και η πρώτη ερώτηση μας αιφνιδίασε. “Θέλετε ένα ουίσκι;” Ξαφνιαστήκαμε και αρνηθήκαμε, αλλά η στάση του ήταν τέτοια που αμέσως είπαμε ναι σε ένα ποτήρι κρασί.

Όταν ολοκληρώθηκε η συνέντευξη, έγινε απολύτως κατανοητό γιατί ο Ντούσαν Ίβκοβιτς ήθελε ένα ποτήρι ουίσκι, ακόμα και τόσο νωρίς το πρωί. Μπορεί να είχε συμφωνήσει να μας παραχωρήσει αυτήν τη συνέντευξη, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ήταν εύκολο για εκείνον να μιλήσει για τον φίλο του.

Δεν είναι πως έπινε καθ’όλη τη διάρκεια, πως μας μιλούσε με το ποτήρι στο χέρι. Το άφησε κάτω στο πάτωμα όταν ξεκινήσαμε και το έπιασε ξανά μόνο αφού είχαμε τελειώσει. Όμως εκεί, στην αρχή, ήθελε δυο γουλιές κουράγιο σε υγρή μορφή.

Κατά τη διάρκεια της κουβέντας, υπήρχαν εναλλαγές. Πότε μιλούσε για τον Δημήτρη Μητροπάνο, πότε για τον Δημήτρη σκέτο, πότε τον έλεγε απλώς Δημητράκη. Πότε προσπαθούσε να αποστασιοποιηθεί και να δώσει μια συνέντευξη “σαν όλες τις άλλες” ως ο μεγάλος προπονητής, πότε δεν τα κατάφερνε και γινόταν ο απλός άνθρωπος, που μιλάει για έναν καλό του φίλο.

Ελάχιστα απ’όσα μας είπε προέκυψαν απ’τις ερωτήσεις μας. Ο Ίβκοβιτς πήρε φόρα και μιλούσε, ξεχνώντας το προσωπείο του σκληρού και έμπειρου προπονητή, που θα πει στον Τύπο μόνο αυτά που θέλει αυτός. Ήθελε να πει όσα περισσότερα μπορεί, για τον τραγουδιστή Μητροπάνο, για τον φίλο του Δημήτρη.

Πατούσε φρένο μόνο όταν ένιωθε πως θα τον παρασύρει το συναίσθημα. Στο τέλος της συνέντευξης, δεν τα κατάφερε. Ή για να το θέσουμε αλλιώς, η συνέντευξη σταμάτησε όταν το συναίσθημα τον κατέκλυσε. Τα κόκκινα μάτια του ήταν οι τίτλοι τέλους της κουβέντας. Μια εικόνα που μας άφησε αμήχανους να τον κοιτάμε να σταματάει τα λόγια του. “Η φιλία του για μένα θα μείνει όσο είμαι κι εγώ στη ζωή. Ήταν μεγάλος φίλος και τον χάσαμε”, μας είπε και έκανε μια μεγάλη παύση.

Κοιτούσε πότε τη θάλασσα και ποτέ εμάς και κάπου εκεί έγινε πράξη το “μάθε στα μάτια μου να διαβάζεις όσα με λόγια δεν σου έχω πει”.

“Πάντα πίστευα ότι φιλία πραγματική κι ειλικρινής, μπορεί να γίνει μόνο με κάποιον που ξέρεις από μικρός, απ’το δημοτικό. Κι έχω τέτοιους φίλους. Ο Δημητράκης ήταν ένας απ’τους λίγους, ίσως ο μοναδικός που γνώρισα μεγάλος. Είχαμε μια φιλία 20 χρόνια, ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, και μπορώ να πω πως ήταν ένας απ’τους καλύτερους φίλους μου. Έτσι ένιωθα, έτσι νιώθω και τώρα.

Είναι δύσκολο να πω τι μας ένωσε. Σίγουρα δεν μας ένωσε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Εγώ το λαϊκό τραγούδι το γνώρισα νωρίς, το 70, μέσω του Μπάγεβιτς, που ήταν μεγάλος παίκτης. Δεν μπορώ να πω πως ήταν το τραγούδι του Μητροπάνου που μας ένωσε, παρόλο που ο Δημήτρης είχε μια μοναδική λαϊκή φωνή, που σίγουρα ξεχωρίζει. Όποιος ακούσει, αμέσως θα καταλάβει, και θα μείνει για γενιές.

Αυτό που μας έκανε καλούς φίλους είναι η ψυχική επαφή. Και στη δουλειά μου το πίστευα: αν δεν έχεις ψυχική επαφή με τον παίκτη, δεν θα γίνει δουλειά ποτέ. Αυτήν την επαφή είχαμε. Ίσως να μοιάσαμε σ’αυτό το θέμα, της ψυχής.

Ο Δημήτρης ήταν ένας άνθρωπος μοναδικός, πολύ άντρας και πολύ μάγκας. Για να το πούμε με απλά λόγια. Μετά βγήκαν όλα τα άλλα, το ένα μετά το άλλο.

Γνωριστήκαμε στις αρχές του 90’. Ο κουμπάρος μου, ο Τάκης Πανελούδης, ήταν πολύ φίλος του Δημήτρη απ’τον στρατό. Μέσω του Τάκη τον γνώρισα κι αυτή η φιλία άρχισε πολύ γρήγορα, πήρε μια βάση να κρατήσει. Δεν ήμασταν φίλοι για να πάω στο πρώτο τραπέζι και να χαϊδευόμαστε, συνέχεια είχαμε οικογενειακή επαφή.

Όλα τα προσωπικά του τα ήξερα, μου τα έλεγε. Ήξερα για τον πατέρα του, που νόμιζε πως τον έχασε όταν ήταν μικρός και τελικά έμαθε μεγάλος πως ζούσε.

Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ

Μία απ’αυτές τις ιστορίες είναι πως στις αρχές του 90’ ο Δημήτρης κι η Βένια δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Το ξέρετε αυτό; Δεν είναι ούτε μυστικό, ούτε το λέω για να προσβάλω κάποιον. Είχαμε τον πόλεμο πάνω στη Σερβία. Και είπαν σ’εμένα και τη σύζυγό μου τη Νένα πως θέλουν να υιοθετήσουν ένα παιδί από τον πόλεμο. Τους είπα θα κάνουμε μια προσπάθεια, γιατί όντως ήθελαν να αποκτήσουν ένα γιο από εκεί και τα λοιπά.

Για έναν ξένο, όπως ήταν ο Δημήτρης κι η Βένια, η διαδικασία ήταν πολύ δύσκολη. Ευτυχώς είχαμε μια φίλη δικηγόρο, που ήταν απ’το μπάσκετ, η γυναίκα του Κιτσάνοβιτς, η Λόλα. Εκείνη έκανε φοβερή προσπάθεια, που κράτησε αρκετό καιρό. Και της είχα πει ‘πρόσεξε, αν μπορείς να μάθεις και τις ρίζες του παιδιού’. Η ρίζα για μένα ήταν πολύ σημαντικό, να ξέρει ο Δημήτρης.

Τελικά, όταν ήταν όλα έτοιμα, να ανεβούμε πάνω, να πάμε και στην ελληνική πρεσβεία, στο προξενείο, μου λέει ο Δημήτρης ‘η Βένια έμεινε έγκυος, αλλά να ξέρεις εγώ θα το πάρω το παιδί, δεν έχουμε πρόβλημα’. Του λέω ‘άκουσε με, σε παρακαλώ μην το κάνεις. Πίστεψε με και για το μέλλον, μην το κάνεις’.

Κι ευτυχώς με άκουσε, ήμασταν πραγματικοί φίλοι. Κι έτσι τον Μάιο του 1995 γεννήθηκε η μεγάλη κόρη η Αναστασία και μετά ήρθε η Μυρσίνη και είχαμε αυτήν τη μεγάλη τύχη. Δεν ξέρω, αν ήταν τότε χαλαροί, αν ξέχασαν την πίεση και τα υπόλοιπα. Εμείς και σήμερα έχουμε επαφή και με τη Βένια και με τα παιδιά.

Εγώ δεν ήθελα να το πάρει το παιδί. Σκέφτηκα πως αφού είναι στο δρόμο ένα παιδί και έρχεται, είναι έγκυος η σύζυγός σου, δεν φέρνεις το άλλο παιδί, έτσι σκέφτηκα. Πίστευα πως έπρεπε να δώσει όλη την αγάπη στο παιδί που ερχόταν. Η αγάπη ξεκινάει απ’την κοιλιά, δεν ξεκινάει μετά. Έτσι σκέφτηκα, μην το κάνεις, μην το κάνεις.

Ήταν πολύ θετικό, που ήθελε να υιοθετήσει ένα Σερβάκι, αλλά με άκουσε. Σίγουρα μίλησε και με τη Βένια».

«Ο Δημήτρης ήταν πολύ, πολύ μεγάλος Ολυμπιακός. Μιλάγαμε πολύ για το μπάσκετ. Ήταν πιο πολύ άνθρωπος του ποδοσφαίρου, όπως και οι περισσότεροι. Μιλάγαμε για παλιές γενιές, για ποδόσφαιρο και μπάσκετ, ήξερε πάρα πολλά. Κάθε μέρα έπαιρνε αθλητική εφημερίδα, ήταν πάρα πολύ καλά ενημερωμένος.

Σαν Ολυμπιακό τον κάλεσα πολύ αργά, το 2011-12, κάπου εκεί. Παίξαμε με την ιταλική ομάδα, τη Σιένα και την κερδίσαμε 50 πόντους στο πρώτο παιχνίδι. Τον κάλεσα στο επόμενο ματς και ήρθε με τη γυναίκα του και τον καλό του φίλο απ’τα Τρίκαλα, τον Βασίλη. Μπαμ, χάσαμε το παιχνίδι. Μετά τον αγώνα, ήταν αργά και είχα κλείσει τραπέζι στο Μικρολίμανο, στον Παπαϊωάννου. Ήταν τόσο μουτρωμένος, τόσο στεναχωρημένος, πιο πολύ από μένα.

Εγώ είχα χάσει το παιχνίδι και δεν είχα την ίδια ψυχική κατάσταση. Ξέρω πολύ καλά τι είναι μια ήττα και μια νίκη, αλλά κι απ’την ήττα πρέπει να μάθεις και να συνεχίσεις. Αλλά ο Δημήτρης στεναχωρήθηκε πάρα πολύ και λυπήθηκα για τον Δημήτρη, δεν μπορούσα να τον βλέπω, πω πω πω, ήταν μουτρωμένος.

Μετά την ήττα απ’τη Σιένα λυπήθηκα για τον Δημήτρη, ήταν τόσο στεναχωρημένος, πιο πολύ από μένα

Ολυμπιακός πολύ μεγάλος. Είχε σίγουρα σημασία που ήμουν στον Ολυμπιακό κι αυτός ήταν μεγάλος φίλαθλος, αλλά δεν πιστεύω πως έπαιζε ρόλο που ήμουν εγώ στην ομάδα. Σίγουρα είχε λατρεία στον Γκάλη, γιατί με αυτόν η Ελλάδα πήρε το χρυσό το 1987. Από τους ποδοσφαιριστές δεν θυμάμαι πολύ καλά. Λάτρευε το NBA και ήξερε πάρα πολύ από αθλητισμό».

«Για μένα η ελληνική λαϊκή μουσική είναι η καλύτερη. Ξέρω τι είναι κλασική μουσική, τι είναι τζαζ, τι είναι ροκ, τι είναι ποπ, κτλ. Είναι με μεγάλη διαφορά η καλύτερη μουσική που υπάρχει σ’όλον τον κόσμο, η ελληνική, η λαϊκή όμως.  

Ήταν ένας μεγάλος καλλιτέχνης, ένας σούπερ σταρ. Είναι δύσκολη δουλειά να κρατάς συνέχεια σε ένα υψηλό επίπεδο και το τραγούδι και το παιχνίδι σου και την παράσταση στο θέατρο. Δεν μπορείς να πέσεις καμία φορά.

Πιστεύω πως ήταν πολύ διαφορετικός άνθρωπος στην πραγματική ζωή απ’όταν έβγαινε στην πίστα. Στην πίστα ήταν άλλος άνθρωπος. Έξω άνοιγε την ψυχή του. Δεν μιλούσε μόνο αυτή η φοβερή φωνή. Δεν ξέρω όλα τα τραγούδια του, αλλά ξέρω τα περισσότερα. Απ’την αρχή, απ’τον Ζαμπέτα, που τον αγαπούσε πιο πολύ, που μου είχε μιλήσει γι’αυτόν και τον έλεγε δεύτερο πατέρα του. Πιστεύω πως είμαι τυχερός που μπορώ τώρα να σας μιλάω για έναν μεγάλο άνθρωπο.

Ο Δημήτρης κράτησε σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο την παρουσία του και το τραγούδι. Κάθε φορά ήταν και καλύτερος. Την πρώτη φορά που αρρώστησε και αδυνάτισε πάρα πολύ, μου είπε κάποια στιγμή ‘θα τραγουδήσω ξανά’. Και το έκανε, τραγούδησε ξανά».

«Τώρα που θα τελειώσει η συνέντευξη θα πω στη Νένα να μου βάλει τη Ρόζα, που ο Δημήτρης χορεύει. Αύριο θα φύγω να πάω οδικώς στο Βελιγράδι και μάλλον θα πω να μου φτιάξουν μια συλλογή, να ακούω στο δρόμο. Τώρα είμαι φίλος με τον Ρέμο, αλλά θα βάλουμε Μητροπάνο. Να τον ακούσουμε σε όλο το ταξίδι, όλα τα τραγούδια, με ησυχία, να προσέχουμε στίχους, κτλ.

Ο Μητροπάνος ήταν πάντα καλύτερος και καλύτερος. Τότε με τον Τόκα που βγήκαν το Σ’αναζητώ, τα Λαδάδικα, οι Θάλασσες. Σίγουρα κι ο Τόκας ήταν μεγάλος καλλιτέχνης. Σίγουρα χωρίς τον Μητροπάνο δεν θα γίνονταν επιτυχίες αυτά τα τραγούδια, ούτε ο Τόκας τόσο γνωστός, ήταν ένας πολύ σημαντικός συνδυασμός».

Το μυαλό του επιστρέφει στο ταξίδι που έχει να κάνει προς το Βελιγράδι. «Αλλά είναι καλή ιδέα. Τώρα μόλις τελειώσουμε θα βάλω να μου ετοιμάσουν γρήγορα για να ακούσω στο δρόμο. Ένα ταξίδι πάνω από δέκα ώρες, θα ακούμε μόνο Μητροπάνο.

Με προτίμηση στη Ρόζα; «Δεν μπορώ να πω πως είναι μόνο η Ρόζα, πως αυτό είναι το κορυφαίο τραγούδι του. Αλλά βλέπω έναν Έλληνα που χορεύει ένα ζεϊμπέκικο. Τον βλέπεις, καταλαβαίνεις. Δεν μπορώ να πω πως είναι πρώτο. Είναι όπως όταν με ρωτάνε ποιος είναι ο καλύτερος παίκτης που είχα. Είμαι τυχερός και είχα καλούς παίκτες. Αν κάποιος πει τη Ρόζα, θα συμφωνήσω κι εγώ».

Η φιλία του για μένα θα μείνει όσο είμαι κι εγώ

Flash-forward. Λίγο αργότερα, η συνέντευξη ολοκληρώνεται. Ξαφνικά, ο Ίβκοβιτς ταράζεται. «Ξέχασα να πω κάτι για τη Βένια, πω πω». Αισθάνεται άσχημα, σαν προπονητής που στον θρίαμβο ξέχασε να αναφέρει τον άμεσο συνεργάτη του. Δεν θέλει να το αφήσει έτσι. Τα μικρόφωνα επιστρέφουν στη θέση τους, οι κάμερες ανάβουν ξανά, καθόμαστε στις ίδιες θέσεις.

«Είχε μεγάλη συμμετοχή σ’αυτό όλη η οικογένειά του και πιο πολύ η γυναίκα του η Βένια. Πάντα ήταν δίπλα του. Σε όλες τις παραστάσεις. Πρόσεχε πάρα πολύ πώς θα είναι ντυμένος, αν θα βάλει κοστούμι ή μόνο πουκάμισο. Ο Δημητράκης είχε δικό του στιλ, αλλά αυτή η σύζυγος είχε πάντα μεγάλο άγχος δίπλα του. Ο Δημητράκης το καταλάβαινε αυτό. Πολύ αγχωμένη, πολύ κοντά του. Και τώρα μεγαλώνει αυτά τα δύο κορίτσια, που δυστυχώς ο φίλος μας δεν πρόλαβε να δει ένα εγγονάκι.

Δεν τους βλέπανε ποτέ χωριστά. Ποτέ, ποτέ, συνέχεια μαζί. Δεν ήταν ακριβώς προπονήτρια. Αλλά κι εγώ χωρίς τη σύζυγό μου δεν θα είχα φτιάξει τίποτα. Κι η νυχτερινή ζωή δεν είναι εύκολη. Μια ζωή τη νύχτα είναι ανώμαλο πράγμα. Θέλει να έχεις έναν δικό σου άνθρωπο, κάποιον κοντά. Και που να βρεις καλύτερο απ’τη σχέση του Μητροπάνου με τη Βένια. Η Βένια βοήθησε πάρα πολύ και μην το ξεχάσουμε αυτό».

Παύση, μεγάλη παύση. Ο Ίβκοβιτς δεν θέλει πια να δώσει συνέντευξη. Είναι η ώρα να μιλήσει όπως θα μιλούσε σε γνωστούς, φίλους, off the record, αλλά εντός καρδιάς. Δεν θέλει να φύγουμε χωρίς να μας δώσει να καταλάβουμε τι ήταν γι’αυτόν ο Μητροπάνος, τι είναι ακόμα.

«Και τότε και τώρα, τα πράγματα είναι ίδια. Το συναίσθημα είναι ίδιο, δεν μπορεί να αλλάξει. Είμαι άνθρωπος που δεν ξεχνάω. Το τραγούδι του Δημήτρη θα μείνει για γενιές. Η φιλία του για μένα θα μείνει όσο είμαι κι εγώ. Αυτά. Μεγάλος φίλος και τον χάσαμε. Αυτά. Παρακαλώ».

Δεν έχει μεγάλο νόημα να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε γραπτώς τη συγκίνησή του, το χρώμα που πήραν τα μάτια του, τα βλέματα που μας έριξε στη σιωπή. Δεν αρκούν ούτε οι φωτογραφίες. Θα τα εισπράξετε μόνο αν δείτε το video αφιέρωμα στον Δημήτρη Μητροπάνο.

Πηγή: Sport 24

Pin It on Pinterest

Shares
Share This