Επιλογή Σελίδας

Επιμέλεια, Γιάννης Κουλουμπός

Σε ένα flashback αναμνήσεων, το Sport24.gr συνθέτει τα κομμάτια του παζλ της βραζιλιάνικης «τραγωδίας» σε ποδοσφαιρικό… φόντο. Αυτός ήταν ο εφιάλτης του «Μαρακανάσο»

ΤΟ ΜΟΥΝΤΙΑΛ ΤΩΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΩΝ

Το εναρκτήριο λάκτισμα σε Παγκόσμιο Κύπελλο είχε να ακουστεί από το 1938 στα γήπεδα της Γαλλίας, καθώς η «θηριωδία» του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου είχε βγάλει… οφσάιντ το ποδόσφαιρο, αποκαθηλώνοντας από τον «θρόνο» του τον αποκαλούμενο «βασιλιά» των σπορ, που είχε απολέσει το στέμμα του για 12 ολόκληρα χρόνια.

Από τις 24 Ιουνίου μέχρι τις 16 Ιουλίου του 1950 η ποδοσφαιρική υδρόγειος θα κινούνταν στον… αστερισμό του Μουντιάλ, καθώς η Βραζιλία θα φορούσε τα… καλά της, για να υποδεχθεί την 4η κορυφαία γιορτή της «στρογγυλής θεάς».

Τα φώτα των προβολέων στρέφονταν στη «χώρα του καφέ», όπου για σχεδόν ένα μήνα θα… ευωδίαζαν κόκκοι από αυθεντικό ποδοσφαιρικό χαρμάνι.

Η ιδιαιτερότητα ήταν πως ο νικητής της διοργάνωσης θα ανακηρυσσόταν με βάση την βαθμολογική του συγκομιδή, με τους τέσσερις φιναλίστ να τοποθετούνται σε όμιλο και να συγκρούονται, με έπαθλο την κατάληψη του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού «Έβερεστ».

Καινοτομία, το γεγονός πως για πρώτη φορά θα αναγράφονταν νούμερα στις φανέλες των παικτών.

Στα αξιοσημείωτα του τουρνουά θα καταγραφόταν ο πορτιέρο της εθνικής Βραζιλίας, Μοασίρ Μπαρμπόσα, ο οποίος δεν φορούσε γάντια στους αγώνες, για να έχει καλύτερη αίσθηση της μπάλας.

Το έτος 1950 χαρακτηρίστηκε από την απώλεια μεγάλων προσωπικοτήτων στο χώρο των γραμμάτων, όπως οι Τζορτζ Όργουελ, Τσέζαρε Παβέζε και Τζορτζ Μπερνάρντ Σο, όμως η Ουρουγουάη έμελλε να είναι εκείνη που θα έγραφε το κορυφαίο ποδοσφαιρικό διήγημα της εποχής, κατακτώντας για δεύτερη φορά στην ιστορία της το βαρύτιμο τρόπαιο.

Ο «ΞΑΦΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ» ΤΗΣ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ

Περισσότεροι από 200.000 πιστοί είχαν κατακλίσει τον (νεόκτιστο) ναό του «Μαρακανά», για να παρακολουθήσουν τον «άτυπο» μεγάλο τελικό ανάμεσα στην οικοδέσποινα και (αδιαφιλονίκητο) φαβορί Βραζιλία και την Ουρουγουάη -που κουβαλούσε την ετικέτα του αουτσάιντερ- με… θέα το «ιερό δισκοπότηρο».

Το σύνολο του βραζιλιάνικου Τύπου θεωρούσε δεδομένη την στέψη της «σελεσάο», πριν καν ξεκινήσει το παιχνίδι. Κορυφαίο παράδειγμα, το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «O Mundo» με τίτλο «Brasil Campeao 1950!», ανήμερα του αγώνα. Μάλιστα, ο δήμαρχος του Ρίο ντε Τζανέιρο, Άντζελο Μέντες ντε Μοράες, δεν δίστασε να εκφωνήσει… επινίκιο λόγο, προτού διεξαχθεί ο τελικός.

Τα 22 χρυσά μετάλλια περίμεναν τους (προαποφασισμένους) κατόχους τους, με το όνομα της Βραζιλίας να έχει… σκαλιστεί -ήδη- στο τρόπαιο, ενώ ο ποδοσφαιρικός «πλανητάρχης» της FIFA και εμπνευστής του Παγκοσμίου Κυπέλλου, Ζιλ Ριμέ, είχε προετοιμάσει συγχαρητήριο λόγο για τη «σελεσάο», γραμμένο στα πορτογαλικά.

Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει… Αυτή τη φορά, όμως, ο αγαλμάτινος «Χριστός ο Λυτρωτής», που δεσπόζει στον λόφο Κορκοβάντο της παλιάς πρωτεύουσας της Βραζιλίας, θα… δάκρυζε για το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ (ΤΗΣ ΣΤΕΨΗΣ), ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ (ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ)

Η υπεροχή της Βραζιλίας ήταν εμφανής στα πρώτα 45’. Το γήπεδο αποδεικνυόταν «κατηφορικό» για τους Ουρουγουανούς, οι οποίοι πάσχιζαν να κρατήσουν πίσω το μηδέν, αναχαιτίζοντας τις επιθέσεις των «καριόκας», που γίνονταν κατά κύματα. Το πρώτο ημίχρονο λήγει, δίχως να έχουν κουνηθεί δίχτυα και τους λογαριασμούς των δύο αντιπάλων να (παρα)μένουν ανοιχτοί.

Επανάληψη του σκηνικού και στο ξεκίνημα του δεύτερο ημιχρόνου, με τον επιθετικό μονόλογο των Βραζιλιάνων να μεταφράζεται σε γκολ, σχεδόν με το… καλησπέρα του δεύτερου ημιχρόνου. Δράστης ο Φριάσα (47’), ο οποίος με υπέροχο πλασέ δίνει το προβάδισμα στην Βραζιλία και ταυτόχρονα βάζει «φωτιά» στις εξέδρες του «Μαρακανά», που -πλέον- φλέγεται από τις πύρινες ιαχές του κόσμου.

Τα σημάδια αλαζονείας έκαναν την (επαν)εμφάνισή τους στο χορτάρι του «Μαρακανά», αφού αρκούσε ακόμη και ο βαθμός της ισοπαλίας, για να πάρουν οι Βραζιλιάνοι το… χρίσμα του παγκόσμιου τίτλου, με τη σιγουριά να δίνει τη θέση της στην βεβαιότητα.

Μπορεί το… μεθυστικό κουαρτέτο των Σίκο, Ζιζίνιο, Ζαΐρ και Αντεμίρ να «ζάλιζε» τους αντιπάλους, χορεύοντας «σάμπα», όμως οι Ουρουγουανοί θα αποδεικνύονταν πολύ σκληροί για να πεθάνουν μέσα στις τέσσερις γραμμές του αγωνιστικού τερέν.

Οι τυπικά γηπεδούχοι Ουρουγουανοί προσπαθούσαν να απειλήσουν με ξαφνικές αντεπιθέσεις, ώστε να βγουν στην κόντρα και να πιάσουν στον… ύπνο την βραζιλιάνικη άμυνα. Το ρολόι έδειχνε το 66ο λεπτό, όταν το αστέρι της «σελέστε», αλλά και της Πενιαρόλ, Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο, εξαπολύει «κεραυνό» από το ύψος της μεγάλης περιοχής και αφήνει εμβρόντητο τον γκολκίπερ της Βραζιλίας, Μοασίρ Μπαρμπόσα, (υπο)γράφοντας το 1-1.

Το ματς αποκτάει «άγρια» ομορφιά, ενώ τα πρώτα σύννεφα ανησυχίας πλανιόντουσαν πάνω από τον βραζιλιάνικο ουρανό, επισκιάζοντας τις κερκίδες του «Μαρακανά». 

Οι αυτοκτονικές τάσεις της «σελεσάο» επιβεβαιώθηκαν στο 79’, με τον Αλσίδες Γκίτζια να δίνει την χαριστική βολή (2-1), βάζοντας «ταφόπλακα» στα βραζιλιάνικα όνειρα στέψης.

Οι χειρότεροι βραζιλιάνικοι φόβοι, είχαν μετατραπεί σε πραγματικότητα. Το «Μαρακανά» είχε σιγήσει και θύμιζε απέραντο… νεκροταφείο. Μία ολόκληρη χώρα είχε βυθιστεί στη λύπη, με τους Σκιαφίνο και Γκίτζια να χαρίζουν το δεύτερο βαρύτιμο τρόπαιο παγκοσμίου Κυπέλλου στην Ουρουγουάη σε ισάριθμες συμμετοχές (1930, 1950), γράφοντας τον «επικήδειο» σε… βραζιλιάνικους υπότιτλους.

Εκείνη την ημέρα θα έβρισκε εφαρμογή το ποδοσφαιρικό δόγμα: «Δεν κερδίζει πάντα ο καλύτερος, αλλά ο πιο τυχερός». Και η τύχη θα έκλεινε το… μάτι στην Ουρουγουάη.

Το «θαύμα» είχε ολοκληρωθεί, με τον κάπτεν της «σελέστε», Ομπντούλιο Βαρέλα, μετά το τέλος του τελικού, να παραδέχεται: «Εκατό φορές να παίζαμε αυτόν τον αγώνα, τις 99 θα χάναμε».

Από την πλευρά του, ο «χρυσός» σκόρερ της νίκης, Αλσίδες Γκίτζια, ανέφερε την αλησμόνητη ρήση: «Μόνο τρεις άνθρωποι, μόνο με μία κίνησή τους, έχουν σιγήσει το “Μαρακανά”. Ο Φρανκ Σινάτρα, ο Πάπας Παύλος ο 2ος και εγώ».

ΚΑΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΜΙΑ ΗΤΤΑ…

Η (οδυνηρή) ήττα της Βραζιλίας από την Ουρουγουάη -και μάλιστα εντός έδρας- θα έμενε γνωστή στην ποδοσφαιρική διάλεκτο ως «Μαρακανάθο».

Το μεγάλο αστέρι της Βραζιλίας και «πρώτο βιολί» της διοργάνωσης με 9 τέρματα, Αντεμίρ, δεν ήταν συνεπής στο… (κρισιμότερο) ραντεβού του με τα δίχτυα, (ξε)μένοντας με το «χρυσό παπούτσι» ως… ενθύμιο του τουρνουά.

Οι θιασώτες του «jogo bonito» βρίσκονταν αντιμέτωποι με το νόμισμα της ήττας, «χρεωκοπώντας» ποδοσφαιρικά στο Ρίο ντε Τζανέιρο. 

Η «σελεσάο» δεν θα έδινε άλλο παιχνίδι για μια διετία, ενώ θα πατούσε ξανά το χορτάρι του «Μαρακανά» τέσσερα χρόνια αργότερα. Παράλληλα, η λευκή εμφάνιση θα θεωρούνταν «καταραμένη» και θα αποσυρόταν μια για πάντα, παραχωρώντας τη θέση της στην -παραδοσιακή μέχρι και σήμερα- «κίτρινη».

«Στη Βραζιλία η μεγαλύτερη τιμωρία που προβλέπει ο νόμος, σε περίπτωση ανθρωποκτονίας, είναι τα 30 χρόνια κάθειρξης. Εδώ και 50 χρόνια πληρώνω ένα έγκλημα που δεν διέπραξα. Είμαι έγκλειστος και όλος ο κόσμος ακόμα ισχυρίζεται ότι είμαι ένοχος», τάδε έφη, Μοασίρ Μπαρμπόσα. Ο κίπερ της εθνικής Βραζιλίας, με αυτά τα λόγια σε συνέντευξη του, λίγο πριν «φύγει» από τη ζωή, στις 7 Απριλίου του 2000, αποκρυπτογραφούσε την στάση των συμπατριωτών του, οι οποίοι δεν του συγχώρεσαν ποτέ την απώλεια του παγκόσμιου τροπαίου.

ΕΝΑΣ ΑΓΩΝΑΣ, ΠΟΛΛΕΣ ΖΩΕΣ…

Η ποδοσφαιρική «ταπείνωση» της διοργανώτριας χώρας από την Ουρουγουάη οδήγησε σε μαζικές αυτοκτονίες, με τις μαρτυρίες να αφορούν φιλάθλους, οι οποίοι έκαναν «βουτιά» θανάτου από τις εξέδρες. Ταυτόχρονα, προκάλεσε καρδιακές προσβολές, εμφράγματα και κρίσεις υστερίας σε περισσότερους από 170 ανθρώπους, ενώ τα επιβεβαιωμένα -από τις αρχές- θύματα έφτασαν τα 90.

Η Βραζιλία είχε κηρύξει… εθνικό πένθος, εξαιτίας μίας ποδοσφαιρικής ήττας, που θα κατέληγε σε τραγωδία.

Όπως είχε πει και ο Ζαν – Πολ Σάρτρ: «Στο ποδόσφαιρο τα πάντα περιπλέκονται από την παρουσία της αντίπαλης ομάδας», με τα λόγια του διάσημου Γάλλου συγγραφέα να ταιριάζουν… γάντι στην περίπτωση της Ουρουγουάης, που «χάλασε» το… πάρτι της Βραζιλίας, πληγώνοντας ανεπανόρθωτα για δεκαετίες έναν ολόκληρο λαό.

Πηγή: Sport 24

Pin It on Pinterest

Shares
Share This