Επιλογή Σελίδας

Του Νίκου Παπαδογιάννη

O Ρέτζι Λιούις ήταν ένας ΝτεΡόζαν για τη δεκαετία του ’90. Παιχτάρα. Προικισμένος σκόρερ. Αθλητικός όσο λίγοι. Εβαζε τη μπάλα στο διχτάκι με εκατό τρόπους. Εγινε All-Star στα 27 του, την εποχή που οι καριέρες ξεκινούσαν στα 23.

Αλλά δεν ήταν ένας ξένοιαστος καβαλάρης, στην υπηρεσία κάποιας ομάδας που βολοδέρνει στα ρηχά.

Παιδί της δύσβατης Βαλτιμόρης αλλά μπασκετικό γέννημα και θρέμμα της Βοστώνης, είχε ακουμπισμένη στους ώμους του την ασήκωτη κληρονομιά των κολοσσών Σέλτικς της εποχής του Λάρι Μπερντ.

Την άντεχε. Ήταν φτιαγμένος για μεγαλεία. Έτσι νομίζαμε, τουλάχιστον, όσοι τον βλέπαμε να τρέχει σαν ελάφι στο αρχαίο παρκέ του Μπόστον Γκάρντεν.

Δεκάξι μήνες μετά το μοναδικό All-Star Game της καριέρας του, ο Ρέτζι Λιούις ήταν ένα άψυχο κορμί ξαπλωμένο σε ξύλινο παλτό. Τα δάκρυα, στη Βοστώνη, δεν έχουν στερέψει ακόμη.

Θυμάμαι, να παρακολουθώ από τα ορεινά του Γκάρντεν, την τιτανομαχία των Σέλτικς με τους Πίστονς στους ανατολικούς ημιτελικούς του 1991, λίγο πριν τα «κακά παιδιά» υποκλιθούν για πρώτη φορά στον Τζόρνταν.

Οι λεβεντόγεροι της Βοστώνης έτριζαν από αρθριτικά, αλλά αυτό δεν τους έκανε ευάλωτα θύματα. Άλλωστε, στην καρδιά του γηραλέου θηρίου κυλούσε το αίμα ενός νεαρού τίγρη. Του Ρέτζι Λιούις.

«You can’t touch this», ακουγόταν από τα μεγάφωνα του γηπέδου το γκραν σουξέ του MC Hammer, κάθε φορά που ο Λιούις λύγιζε τον καρπό του και έστελνε τη μπάλα συστημένη στο πλεχτό, πάνω από τα ακροδάχτυλα κάποιου Ντούμαρς ή Ρόντμαν. Ξέρετε, τα καλάθια πληρώνονταν εκείνη την εποχή με αίμα.

Στον πάγκο των Σέλτικς καθόταν αμέτοχος ο Στόγιαν Βράνκοβιτς και κάπου στην εξέδρα, ανυπόμονος για τη δική του σειρά, ο Ντίνο Ράτζα.

Ο Λιούις φαινόταν ανίκητος, αλλά δεν ήταν καλά. Καθόλου καλά. Στο εναρκτήριο παιχνίδι των πλέι-οφ του 1993, απέναντι στους Σάρλοτ Χόρνετς, ο χαμογελαστός νέος σωριάστηκε ξαφνικά στο παρκέ καθώς έτρεχε, χωρίς πάντως να χάσει τις αισθήσεις του.

Μετά από λίγα λεπτά ζαλάδας, επέστρεψε στο παιχνίδι και πέτυχε 17 πόντους. Ήταν το τελευταίο παιχνίδι της καριέρας του. Οι γιατροί διέγνωσαν αρρυθμία και του απαγόρευσαν τη συμμετοχή στους επόμενους αγώνες. O ίδιος αρνήθηκε να πάει στο νοσοκομείο.

Δύο μήνες αργότερα, ο Λιούις υπέστη ανακοπή στη διάρκεια μίας καλοκαιρινής προπόνησης στο γήπεδο του Πανεπιστημίου Μπραντάις και έσβησε πάνω στο παρκέ.

Ένας αστυνομικός που περνούσε τυχαία προσπάθησε να του δώσει το φιλί της ζωής, αλλά η ζωή του 27χρονου Ρέτζιναλντ Λιούις πετούσε ήδη προς τους ουρανούς.

Τα προηγούμενα 5 χρόνια στο ΝΒΑ είχε χάσει μόλις 9 αγώνες. «Σιδερένιο», τον αποκαλούσαν, μέσα στη μακάβρια άγνοιά τους.

Οι κακεντρεχείς που ισχυρίστηκαν ότι ο θάνατός του ήταν αποτέλεσμα χρήσης ναρκωτικών πλήρωσαν ακριβά, αφού η οικογένεια του νεκρού αθλητή, οι Μπόστον Σέλτικς και το ίδιο το ΝΒΑ αντεπιτέθηκαν με σφοδρότητα.

Η αυτοψία απέδειξε ότι ο Ρέτζι έφερε στον καρδιακό ιστό του τον ίδιο αδενοϊό που ταλαιπωρούσε τον πατέρα του και απέδωσε τον θάνατό του στην ίδια πάθηση που έχει στείλει στον άλλο κόσμο δεκάδες μεγαλόσωμους αθλητές, άσημους και λιγότερο άσημους: υπερτροφική καρδιομυοπάθεια.

Ο προσωπικός του γιατρός μηνύθηκε για παράβαση καθήκοντος, ενώ η σύζυγος του Λιούις κατέθεσε ότι ο εκλιπών υπήρξε όντως περιστασιακός χρήστης κοκαϊνης στο παρελθόν, «αλλά την είχε σταματήσει».

Δεν έχει πια σημασία. Ο Ρέτζι Λιούις δεν είναι παρά μία μακρινή ανάμνηση, ένα μελαγχολικό φάντασμα που φοράει την ίδια φανέλα με το νούμερο «35», κρεμασμένη από την οροφή του καινούριου Γκάρντεν.

Ο πρόωρος θάνατός του έφερε πιο σχολαστικούς ιατρικούς ελέγχους, αλλά και ασφάλιση με καλύτερους όρους, στο ΝΒΑ και στα άλλα επαγγελματικά πρωταθλήματα των ΗΠΑ, αλλά δεν πρόκειται να φέρει πίσω ούτε τον ίδιο ούτε τον Χανκ Γκάδερς που έφυγε τρία χρόνια νωρίτερα (1990) ούτε εκείνους που βάδισαν αργότερα το ίδιο μονοπάτι προς τον Άδη.

Ο Κόνραντ ΜακΡέι του ΠΑΟΚ είναι το πλέον γνώριμο σε εμάς πρόσωπο αυτής της νεκρώσιμης ακολουθίας. Πέθανε το 2000, στη διάρκεια καλοκαιρινής προπόνησης, ακριβώς όπως ο Ρέτζι Λιούις. Ήταν μόλις 29 ετών.

Ο Ρέτζι Λιούις πέθανε στις 27 Ιουλίου 1993, ακριβώς 50 μέρες μετά τον σχεδόν συνομήλικό του Ντράζεν Πέτροβιτς. Ήταν ένα καλοκαίρι αβάσταχτου πένθους, για την πορτοκαλί μπάλα.

Στην ανασκόπηση εκείνης της τραγικής χρονιάς, στο αλήστου μνήμης Μega, το αποχαιρετιστήριο βίντεο είχε μόνο πένθιμη τρομπέτα από τον Μάιλς Ντέιβις και μία επιγραφή με τέσσερις λέξεις: Live fast, die young.

Οι δύο αδικοχαμένοι αθλητές έζησαν στη γρήγορη λωρίδα και έφυγαν στο άνθος της ηλικίας τους. Το μπάσκετ θα τους θυμάται για πάντα.

Το ενσταντανέ με τον συγχωρεμένο Ρέτζι Λιούις -η αφορμή για αυτό το αφιέρωμα- είναι τραβηγμένο το καλοκαίρι του 1992, όταν ο άσος των Σέλτικς ήρθε στην Ελλάδα για τις ανάγκες κάποιας διαφημιστικής καμπάνιας. Στο προσωπικό μου άλμπουμ, το έχω σε αντικρυστές σελίδες με ένα αντίστοιχο του Ντράζεν. «Για καλό και για κακό, ας μη βγάλουμε φωτογραφία δίπλα σου», με πείραζαν με μαύρο χιούμορ οι φίλοι μου.

Πηγή: Gazzetta

Pin It on Pinterest

Shares
Share This