Επιλογή Σελίδας

Της Βάσως Πρεβεζιάνου

Το καλοκαίρι του 1992 βρήκε τη Λιντς πρωταθλήτρια Αγγλίας και τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ να αναζητά αγωνιωδώς παίκτη για την ενίσχυσή της στην επίθεση μετά τον σοβαρό τραυματισμό του Ντίον Ντούμπλιν.

Η πρώτη επιλογή του Φέργκιουσον ήταν ο Άλαν Σίρερ, αλλά ο θρύλος του αγγλικού ποδοσφαίρου απέρριψε την πρόταση και προτίμησε τη Μπλάκμπερν. Ο Φέργκι στη συνέχεια στράφηκε στον
Πίτερ Μπίρντσλεϊ, ο οποίος ήταν δυσαρεστημένος επειδή δεν έπαιζε στην Έβερτον.

Και τότε μια σειρά… σατανικών συμπτώσεων έγραψαν ένα σημαντικό κεφάλαιο στη σύγχρονη ιστορία της Γιουνάιτεντ και άλλαξαν για πάντα την  Πρέμιερ Λιγκ.

Ο Φέργκιουσον ήταν στο γραφείο του Μάρτιν Έντουαρντς και συζητούσαν για τον Μπίρντσλεϊ όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Αυτός που καλούσε ήταν ο Μπιλ Φόδερμπι, τότε διευθύνων σύμβουλος της Λιντς για να ρωτήσει για το ενδεχόμενο πώλησης του Ντένις Έργουιν. Ο πρόεδρος της Γιουνάιτεντ απάντησε αρνητικά, αλλά με την ευκαιρία ρώτησε και ο ίδιος για τον Λι Τσάπμαν.

Η ιστορία, όπως την θυμάται ο Έντουαρντς, θέλει τον Φέργκιουσον να κάνει χειρονομίες προκειμένου να τραβήξει την προσοχή του και στη συνέχεια να του δίνει ένα χαρτάκι στο οποίο είχε γράψει: Καντονά. Ο Έντουαρντς ρώτησε τον Φόδερμπι για τον Γάλλο και ήταν πια θέμα χρόνου να κλείσει η μεταγραφή σε κάτι περισσότερο από ένα εκατομμύριο λίρες (όταν έμαθε το ποσό ο Μπράιαν Κιντ, βοηθός του Φέργκιουσον, αναρωτήθηκε αν ο Καντονά είχε μείνει κουτσός και γι’ αυτό η Λιντς σχεδόν τον… ξεπουλούσε).

Κατά την επίσημη παρουσίαση του Γάλλου από τους «κόκκινους διαβόλους«, ο Φέργκιουσον υποστήριξε πως ήταν ο ίδιος που έκανε τις επαφές με τη Λιντς για να γίνει η μεταγραφή. Υπάρχει και τρίτο… σενάριο στην ιστορία σύμφωνα με το οποίο ο εμβληματικός προπονητής δεν ήταν παρών στο γραφείο του Έντουαρντς και ο πρόεδρος της Γιουνάιτεντ ήταν αυτός που σκέφτηκε τον Καντονά.

Λίγη σημασία ίσως έχει τι πραγματικά συνέβη. Στις 26 Νοεμβρίου 1992 ο Καντονά ήταν παίκτης της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, λίγες ημέρες μετά, στις 6 Δεκεμβρίου, έκανε το επίσημο ντεμπούτο του (είχε αγωνιστεί ήδη στο φιλικό με τη Μπενφίκα στη Λισαβόνα προς τιμήν του Εουσέμπιο) μπαίνοντας αλλαγή στο ντέρμπι με τη Σίτι.

«Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Και δε θέλω να το εξηγήσω. Είναι σαν τον έρωτα. Γνωρίζεις ότι είσαι ερωτευμένος, αλλά δε χρειάζεται να εξηγήσεις πώς αισθάνεσαι ή γιατί αισθάνεσαι έτσι. Νομίζω πως αν θέλεις να εξηγήσεις τη σχέση που έχω με τους οπαδούς της Γιουνάιτεντ θα χρειαστείς έξι μήνες. Μερικές φορές είναι καλύτερο να μην εξηγείς κάτι». Ο ίδιος ο Καντονά στο βιβλίο «Manchester United: The Biography» περιέγραψε λιτά αυτό που συνέβη τα επόμενα χρόνια. 

«Μπορούσες να δεις ότι θα ταιριάξει αμέσως. Μπήκε αλλαγή στο παιχνίδι με τη Μάντσεστερ Σίτι, έβγαλα τον Γκιγκς. Θα θυμάμαι για πάντα εκείνα τα πρώτα λεπτά του με τη φανέλα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Θυμάμαι την πρώτη πάσα του, ήταν ιδιοφυής. Το ήξερα πως θα ταιριάξει» θα πει το 2013 ο σερ Άλεξ για το ντεμπούτο του «Βασιλιά». 

Ο Καντονά έγινε στο «Ολντ Τράφορντ» ο παίκτης που σημάδεψε τα πρώτα χρόνια της καριέρας μιας σπουδαίας γενιάς ποδοσφαιριστών, όπως ο Ράιαν Γκιγκς, ο Γκάρι Νέβιλ, ο Πολ Σκόουλς και ο Ντέβιντ Μπέκαμ, ήταν αυτός που βάρυνε ακόμα περισσότερο τη φανέλα με το νούμερο «7», που είχαν ήδη φορέσει ο Τζορτζ Μπεστ και ο Μπράιαν Ρόμπσον και που ο ίδιος κληροδότησε στον Κριστιάνο Ρονάλντο και στον Ντέιβιντ Μπέκαμ. 

«Ήταν ένας από τους καλύτερους παίκτες του κόσμου, αλλά και ένας από αυτούς που δούλευαν πιο σκληρά. Αυτό νομίζω πως μάθαμε όλοι μας από τον Ερίκ. Έμενε μετά το τέλος της προπόνησης, συνέχιζε να δουλεύει, έκανε σουτ και προσπαθούσε να βελτιωθεί. Αυτό μάθαμε, ότι ένας παίκτης τέτοιου επιπέδου έμενε και μετά την προπόνηση και προσπαθούσε τόσο» θυμάται ο «Μπεκς». 

Ήταν ο παίκτης που έβαλε την υπογραφή του στην αναγέννηση της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, κατά πολλούς αυτός που άλλαξε τη σύγχρονη ιστορία της. κατακτώντας μεταξύ άλλων τέσσερα πρωταθλήματα Αγγλίας, το πρώτο τη σεζόν της απόκτησής του. Ήταν το πρώτο πρωτάθλημα της ομάδας μετά από 26 χρόνια… 

Πέτυχε δύο νικητήρια γκολ σε δύο τελικούς Κυπέλλου Αγγλίας, ήταν αυτός που χάρισε τον τίτλο κόντρα στη Λίβερπουλ το 1996. Ήταν αυτός που έδωσε τέσσερις νίκες στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ (1-0) στην πορεία για το νταμπλ του 1996. Σημείωσε οκτώ γκολ σε επτά ντέρμπι του Μάντσεστερ και δεν έφυγε ποτέ ηττημένος.  Ήταν ο πρώτος παίκτης εκτός Μεγάλης Βρετανίας που σήκωσε το τρόπαιο του πρωταθλητή Αγγλίας ως αρχηγός.

Υπήρξαν πολλές αλησμόνητες στιγμές του με αυτή τη φανέλα: εκείνο το πλασέ του, τον Δεκέμβριο του 1996, κόντρα στη Σάντερλαντ και ο πανηγυρισμός με ύφος… χιλίων καρδιναλίων που «φώναζε» ότι είναι ο βασιλιάς, όλοι οι άλλοι οι υπήκοοί του και έπρεπε να τον δοξάσουν. Και η περίφημη κλωτσιά α λα κουνγκ φου, τον Ιανουάριο του 1995, στο παιχνίδι με την Κρίσταλ Πάλας σε οπαδό που τον έβριζε από την εξέδρα («Γαμ@@@@ και γύρνα πίσω στη Γαλλία, παλιογ@@@@@»).

«Η κορυφαία στιγμή της καριέρας μου; Όταν έκανα κλωτσιά κουνγκ φου στον χούλιγκαν, επειδή αυτού του είδους οι άνθρωποι δεν πρέπει να είναι στο παιχνίδι. Νομίζω ότι ίσως είναι σαν ένα όνειρο για κάποιους, να κλωτσήσεις αυτούς του είδους ανθρώπους. Το έκανα λοιπόν για αυτούς, για να είναι ευχαριστημένοι. Είναι ένα είδος λύτρωσης και ελευθερίας για αυτούς…» θα πει ο ίδιος. 

Ο Καντονά αγωνίστηκε πέντε χρόνια στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και στα 31 του αποφάσισε να αποχωρήσει από την ενεργό δράση. Σαν να γεννήθηκε «κόκκινος διάβολος» αγάπησε την ομάδα του μεγάλου ποδοσφαιρικού ειδώλου του, του Μπεστ για τον οποίο έχει πει ίσως τη σπουδαιότερη ατάκα που έχει ειπωθεί για τον θρύλο… «Μετά την πρώτη προπόνηση στον παράδεισο, ο Τζορτζ Μπεστ, από την αγαπημένη του θέση στα δεξιά, γύρισε το κεφάλι προς το Θεό που κάλυπτε το αριστερό άκρο της άμυνας. Θα ήθελα να κρατήσει μία θέση και για εμένα στην ομάδα του. Όχι ο Θεός, ο Μπεστ». 

Γεννήθηκε στη Μασσαλία, ανδρώθηκε στο Οζέρ και στο Μονπελιέ, έγινε βασιλιάς στο Μάντσεστερ. 

«Μου κάνουν πολύ συχνά την ίδια ερώτηση. ‘Πώς είναι να παίζεις σε αυτή τη Γιουνάιτεντ; Γιατί τα πήγες τόσο καλά;’. Ο κόσμος περιμένει κάποια περίπλοκη απάντηση. Θέλουν κάποιο μυστικό νομίζω. Αλλά η απάντηση είναι πολύ απλή. Ο σερ Άλεξ Φέργκιουσον ήταν εξπέρ σε ένα πράγμα. Κάθε φορά που μπαίναμε στο γήπεδο για ένα παιχνίδι, μετά από ώρες και ώρες δουλειάς, μας άφηνε να είμαστε ελεύθεροι. Νιώθαμε απόλυτη ελευθερία να κινηθούμε και να παίξουμε όπως θέλουμε.

Δεν θα μπορούσα να παίξω ποδόσφαιρο με άλλο τρόπο.

Τι είναι το ποδόσφαιρο αν όχι ελευθερία;». 

Πηγή: Sport DNA

Pin It on Pinterest

Shares
Share This