Επιλογή Σελίδας

Του Βασίλη Σκουντή

Εκ της διευθύνσεως που λένε έλαβα τις προάλλες ένα μήνυμα για να γράψω, λέει, ένα επετειακό κείμενο για το Ευρωμπάσκετ του ’87. Ευρωμπάσκετ στα ελληνικά, το προτιμώ τοιουτοτρόπως και όχι Eurobasket, αν και πιστεύω η αναφορά στο ’87 είναι περιττή.

Το Ευρωμπάσκετ είναι σαν τη μάνα στο ανέκδοτο…

Μία είναι η μάνα, ένα είναι και το Ευρωμπάσκετ!

Μου παράγγειλαν λοιπόν να γράψω κάτι που τάχα δεν έχω γράψει ποτέ άλλοτε…

Πάσχει εκ γενετής και εκ προοιμίου αυτή η παραγγελιά όμως διότι εδώ και 32 χρόνια κάθε τέτοια μέρα γράφω πάντοτε κάτι που δεν είχα γράψει την προηγούμενη φορά και φοβάμαι πως σώθηκαν τα πυρομαχικά μου!

Κι όσα εν πάση περιπτώσει μου ‘χαν περισσέψει, σαν ανεξίτηλες θύμησες από εκείνες τις άγιες νύχτες του ’87 τις μάζεψα και τις έκανα βιβλίο!

Γράψε, λέει, τι έκανες εκείνη τη μέρα από το πρωί που ξύπνησες…

Σωθήκατε τώρα!

Για να ξυπνήσει κάποιος πρέπει να έχει κοιμηθεί και εκείνα τα βράδια δεν θυμάμαι να έκλεισα μάτι κανονικά σε κρεββάτι όπως συμβαίνει με τους θεοτικούς ανθρώπους!

Λαγοκοιμόμουν σε κάτι καναπέδες στο Γραφείο Τύπου του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας και πήγαινα στο σπίτι μου που ευτυχώς ήταν κοντά, στον Κορυδαλλό, για να κάνω ένα μπάνιο και να ξαναγυρίσω.

Με είχε φάει η μάνα μου που ντρεπόταν να με βλέπει με τη… μαλλούρα να πάω να κουρευτώ, αλλά δεν αξιώθηκα…

Α, ναι, τώρα που αναστορούμαι εκείνες τις βραδιές θυμάμαι ότι κάμποσες φορές αισθάνθηκα να με παίρνει ο ύπνος στα φανάρια της λεωφόρου Πέτρου Ράλλη, μάλιστα το αγαπημένο μου σημείο ήταν στη συμβολή με τη Λεωφόρο Αθηνών, επειδή το κόκκινο διαρκούσε περισσότερο και εν πάση περιπτώσει κάποιος αγανακτισμένος οδηγός από πίσω θα μου κόρναρε για να ξυπνήσω, να κατεβάσω το χειρόφρενο και να βάλω πρώτη!

Ένα τέτοιο βράδυ, σχεδόν ξημέρωμα ήταν σαν σήμερα, που εκτός από κουρασμένος και νυσταγμένος, ήμουν επίσης ξενυχτισμένος και πιωμένος!

Σχεδόν κάθε βράδυ και μιλάμε για πολύ βράδυ, αργάμισι που λέμε, κάπου πηγαίναμε παρέα οι δημοσιογράφοι, για να φάμε, να πιούμε και να αποσυμπιεστούμε από την τρεχάλα, την κούραση και την αγωνία που μας κυρίευε κιόλας προϊούσης της διοργάνωσης…

Απλώς σε αντίθεση με τους «Μοιραίους» του Βάρναλη δεν πηγαίναμε στην υπόγεια την ταβέρνα για να πάνε κάτου τα φαρμάκια, ούτε ο διπλανός μας εφτυούσε καταγής!

Πηγαίναμε κάπου καλύτερα και συνήθως στο εστιατόριο που βρισκόταν στο νεοκλασικό κτίριο του Chiller στην Καστέλλα και επειδή ήταν κιόλας καλοκαίρι καθόμασταν στη βεράντα μέχρι το ξημέρωμα, τρώγοντας, πίνοντας, μερακλώνοντας (από τα τραγούδια της ορχήστρας, συν μια κυρία που έπαιζε κάτι σαν φλάουτο με ένα περίεργο μουσικό όργανο) και πάει λέγοντας…

Πάει λέγοντας και πάει τρεκλίζοντας εκείνο το βράδυ!

Εκείνο το βράδυ είχαμε και ξένη αποστολή μαζί μας και μάλιστα Ιταλούς που αφού τους είχαμε ξεσκίσει στον προημιτελικό, είπαμε να τους κεράσουμε για να πάνε κάτω τα δικά τους φαρμάκια…

Δεν ήταν μόνο κανονικοί δημοσιογράφοι στην παρέα, αλλά και ένας που τον παρίστανε εκτάκτως: εποχιακός σαν να λέμε, ο Ενρίκο Τζιλάρντι, πρωταθλητής Ευρώπης με την Ιταλία το ’83 και με την Μπανκορόμα το ’84, ασημένιος Ολυμπιονίκης το ’80, τρίτος στο Ευρωμπάσκετ του ’85 και παλικάρι από τα λίγα!

Η παλικαριά του δεν εξαντλούνταν μόνο μέσα στο γήπεδο, αλλά και εκτός παιδιάς: έτρωγε, έπινε, τραγούδαγε, φώναζε, γλένταγε και κάπνιζε παλικαρίσια, μάλιστα τον πείραζα λέγοντας του «αναλογίσου ρε φίλε, τι έχασες όλα αυτά τα χρόνια που έπαιζες»!

Γυρνούσε τότε ο γίγαντας και τι μου έλεγε; «Και ποιος σου είπε ότι τα έχασα; Γελιέσαι εάν πιστεύεις ότι ήμουν κανένας καλόγερος που τον κλείδωναν στο δωμάτιο ο Γκάμπα, ο Πρίμο και ο Μπιανκίνι. Την έκανα τη dolce vita μου, μην στεναχωριέσαι»!

Τρεις ώρες αργότερα ήμουν στο στασίδι μου απέναντι! Το εννοώ αυτό διότι το ΣΕΦ βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το Chiller και αφού κοιμήθηκα σε τρία τέσσερα φανάρια, έκανα ένα μπάνιο και άλλαξα ρούχα, γύρισα πάλι στο γήπεδο, πήρα το συνεργείο της ΕΡΤ και φύγαμε κατά Γλυφάδα μεριά…

Επόμενος προορισμός; Το ξενοδοχείο «John’s», όπου διέμενε η Εθνική και το νιώθαμε κι εμείς σαν δεύτερο σπίτι μας. Ο διευθυντής του ο Νίκος Αμανατίδης είχε έτοιμο το πλούσιο πρωινό και την καφετιέρα γεμάτη και αχνιστή για να καρδαμώσουμε, άλλωστε μας περίμενε μια μεγάλη καθ’ όλα ημέρα…

Και μια ακόμη μεγαλύτερη νύχτα βεβαίως βεβαίως!

Σιγά σιγά άρχιζαν να κατεβαίνουν οι παίκτες, άλλοι αγουροξυπνημένοι κι άλλοι έτοιμοι να πιάσουν τους κορμούς των δέντρων και να τους στύψουν!

Ονόματα δεν λέω, υπολήψεις δεν θίγω για τη δεύτερη κατηγορία που είναι ένας μόνος του και σήμερα γιορτάζει την επέτειο στο ακριτικό Καστελόριζο.

Γιαννάκη τον λένε!

Ο Γκάλης με τον Ρωμανίδη και τον γυμναστή Νίκο Σισμανίδη κάθισαν στο δικό τους στασίδι στη βεράντα για να παίξουν τις συνηθισμένες παρτίδες τους στο τάβλι.

Δίπλα, μέσα στο κλουβί του, ο παπαγάλος ο Τζάκο έβαζε την απαραίτητη ηχητική πινελιά στην υπόθεση…

Στις καβάτζες γύρω γύρω ο Φάνης, ο Φασούλας και ο Ιωάννου τράβαγαν εν κρυπτώ και παραβύστω τις τζούρες τους μαζί με τον παγωμένο φραπέ…

Ο Σταυρόπουλος στο μπαλκόνι του διόρθωνε ατάραχος τα γραπτά των εξετάσεων των φοιτητών του στο Πανεπιστήμιο…

Ο Καμπούρης καθόταν αμέριμνος χωρίς να ξέρει ότι ο πατέρας του είχε διακομισθεί στο νοσοκομείο με καρδιακό επεισόδιο. Και δεν θα το μάθαινε μέχρι τη λήξη του τελικού…

Ο Ανδρίτσος καθόταν, όπως πάντα ήρεμος, ατάραχος, αμίλητος…

Ο Φιλίππου είχε χάσει το χιούμορ του μετά τον τραυματισμό και έπιανε και ξανάπιανε το πόδι του για να το γητέψει και να μπορέσει να παίξει…

Ο Λινάρδος και ο Καρατζάς κουβέντιαζαν και ονειρεύονταν…

Ο συχωρεμένος ο Πολίτης μαζί με τον Κιουμουρτζόγλου κατάστρωνε τα σχέδια του και ήξερε ότι «εδώ που φτάσαμε όλα πια είναι πιθανά και δυνατά»…

Κόσμος και κοσμάκης τριγύρναγε πέρα δώθε, άλλοι προς άγραν εισιτηρίων, άλλοι για να βγάλουν μια φωτογραφία και να πάρουν ένα αυτόγραφο, ανάμεσα σε αυτούς και ένας δεκατριάχρονος που (εκ των υστέρων μου είπε πως) βρήκε εύκαιρο μόνο τον Λιβέρη Ανδρίτσο.

Αλβέρτη τον λένε!

Τραβήξαμε τα πλάνα, κάναμε τις συνεντεύξεις μας, καλαμπουρίσαμε λίγο με τους παίκτες και γραμμή πίσω στο γήπεδο. Αφάγωτος, ακούρευτος βεβαίως, άυπνος και… ακατούρητος, όπως είχε πει κάποτε ένας συνάδελφος χωρίς να ξέρει ότι τα μικρόφωνα ήταν ανοιχτά!

Τα μικρόφωνα της κονσόλας στη θέση σχολιαστών εννοώ, γιατί τα άλλα του ρεπορτάζ, ο Συρίγος τα έλεγε μαρκούτσια και μου έμεινε αυτή η λέξη την οποία χρησιμοποιώ μέχρι σήμερα.

Ευτυχώς που αυτά τα μαρκούτσια ήταν μεγάλα και ούτως ειπείν μετριαζόταν η χαώδης υψομετρική διαφορά όταν τόλμαγα να πάρω μια συνέντευξη στα όρθια με εκείνο το ρουμάνικο ντερέκι των 220 εκατοστών…

Πόπα τον λένε!

Πίσω στο γήπεδο, αγκαλιά με τη γραφομηχανή, να ρίξω καμιά γρήγορη πενιά για την εφημερίδα, ύστερα να πάρω θέση στον αγωνιστικό χώρο για το ρεπορτάζ και στο καπάκι να πάω σφαίρα στις μονταζιέρες που είχαν στηθεί έξω από το γήπεδο για να φτιάξω το ρεπορτάζ για τη βραδινή εκπομπή…

Όχι μονάχα ο απατός μου, αλλά μια ολόκληρη χώρα, ένα ολάκερο έθνος καθόμασταν σε αναμμένα κάρβουνα και ανυπομονούσαμε να αρχίσει ο τελικός, χωρίς κανείς να υποψιάζεται τι θα συνέβαινε…

Δεν εννοώ αυτό που συνέβη, αλλά το πώς συνέβη…

Καμπούρη τον λένε!

Αλλά, διάβολε, όπως λέει και ο ίδιος ο Αργύρης «δεν θα με ήξερε ούτε ο θυρωρός στην πολυκατοικία μου εάν προηγουμένως δεν έβαζε κάποιος άλλος δυο βολές» και μάλιστα τις εκ των ων ουκ άνευ για την ισοφάριση και την παράταση …

Ανδρίτσο τον λένε!

Ανάθεμα με αν θυμάμαι πού καθόμουν στη διάρκεια του τελικού. Η μάλλον πού έστεκα. Όρθιος, ακουμπισμένος κάπου πίσω από τον πάγκο έτοιμος να μουντάρω, όπως κάθε βράδυ στον αγωνιστικό χώρο με το μαρκούτσι και τον Ατζάρα, ή τον Πατσέλη ή τον Καμενίδη που ήταν οι κάμεραμεν των ειδικών αποστολών…

Όταν ο Καμπούρης έβαλε τη δεύτερη βολή δεν ήμουν προφήτης για να φωνάξω … «Ριγκοντό, όπως στο μέλλον» (!), αλλά θυμάμαι πως προτού καν σουτάρει ο Γιοβάισα βρισκόμουν ήδη μέσα στο γήπεδο σέρνοντας τα καλώδια της κάμερας!

Εκείνη τη στιγμή γινόταν της κακομοίρας. Ανάστα ο Κύριος! Ο Συρίγος έλεγε με γρατζουνισμένη από τη συγκίνηση φωνή, «είναι το τέλος», λυτρωνόταν και ο ίδιος με την ατάκα «τίποτα, τίποτα δεν μας σταματά» και η Ελλάδα τσιμπιόταν πατόκορφα για να καταλάβει αν το όνειρο το έβλεπε στον ύπνο της ή τον ξύπνιο της!

Τσιμπιόμουν κι εγώ, δεν είχα άλλη επιλογή για να καταλάβω τι γινόταν. Βούρκωσα εκείνη τη στιγμή. Κοίταξε τη διαπίστευση που κρεμόταν από τον λαιμό μου και αναρωτήθηκα…

Σκουντή με λένε;

Πηγή: Gazzetta

Pin It on Pinterest

Shares
Share This