Επιλογή Σελίδας

Συνέντευξη στους Γιώργο Οικονόμου και Αλέξανδρο Τρίγκα

H συζήτηση με έναν άνθρωπο που κυκλοφορεί από τις 19 Μαΐου με την ταμπέλα του «Πρωταθλητή Ευρώπης» να τον συνοδεύει δεν θα μπορούσε παρά να είναι ιδιαίτερη. Πόσω μάλλον όταν αυτή η ταμπέλα έχει αποτελέσει μέρος της ζωής του άλλες έξι φορές, σε μια διαδρομή σχεδόν είκοσι ετών. Ο Δημήτρης Ιτούδης δεν είναι ένας ακόμη προπονητής, δεν είναι καν ένας ακόμη εκπρόσωπος της χώρας μας στο εξωτερικό.

Είναι πολλά περισσότερα. Μεταξύ των οποίων κι ο άνθρωπος που έχει «υποχρεώσει» την ΤΣΣΚΑ Μόσχας να του δείχνει εμπράκτως πόσο σημαντικός είναι για τον οργανισμό της.

Πριν από μερικές εβδομάδες αυτό επισφραγίστηκε με την υπογραφή του τρίτου συμβολαίου ανάμεσά τους, μία δέσμευση που θα τον κρατήσει στη ρωσική πρωτεύουσα μέχρι το καλοκαίρι του 2021 -για να τον κάνει τον μακροβιότερο ξένο προπονητή στην ιστορία της ΤΣΣΚΑ Μόσχας.

Η συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε στη «Νησιώτισσα» κράτησε περί τη μιάμιση ώρα. Αρκετό χρονικό διάστημα για να πει πολλά κι ενδιαφέροντα ο Δημήτρης Ιτούδης, λίγος για να μπορέσει να παρουσιαστεί το σύνολο των ερωτημάτων που έψαχναν απάντηση για την πορεία και τη ζωή του στη Ρωσία. Ο ίδιος πάντως απάντησε με περισσή ειλικρίνεια και αυθορμητισμό σε ό,τι του τέθηκε. Έχει μάθει άλλωστε να απαντάει, είτε υπάρχουν «πρέπει» είτε όχι.

Το τελευταίο «πρέπει» που του τέθηκε άλλωστε ήταν το πιο κρίσιμο. Και το απάντησε με επιτυχία, οδηγώντας την ΤΣΣΚΑ Μόσχας για δεύτερη φορά στην κορυφή της Ευρώπης -επί των ημερών του.

Το πρώτο πράγμα που έγινε, μόλις έφτασε στο μαγαζί, ήταν να χτυπήσει το κινητό του. Ζήτησε ένα λεπτό υπομονής για να απαντήσει στην κλήση και εν συνεχεία να αφοσιωθεί στα ερωτήματα που θα καταθέτονταν. Ζήτησε συγγνώμη για τη μικρή αναμονή και κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού.

«Κόουτς, δεν χαλαρώνεις ποτέ, ε;», η πρώτη ερώτηση, την στιγμή που πατήθηκε το «record»

«Ο προπονητής δεν σταματάει να σκέφτεται και να ασχολείται με την ομάδα του» απάντησε. Για να ξεκινήσει εν συνεχεία η συζήτηση.

«Τι εννοώ με αυτό; Βλέπεις ότι η ομάδα που κατέκτησε την EuroLeague και τη VTB League πριν από λίγο καιρό, ουσιαστικά δεν θα παρουσιαστεί με την ίδια σύνθεση την ερχόμενη αγωνιστική περίοδο. Δεν θα είναι η ίδια ομάδα. Δεν θεωρώ ότι είχαμε πολλές τέτοιου είδους περιπτώσεις στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, να γίνονται τόσο ριζικές αλλαγές σε μία ομάδα και να καλούμαστε πλέον να διαχειριστούμε νέες καταστάσεις και προκλήσεις».

– Δεν έχεις βέβαια την ίδια πίεση αυτό το καλοκαίρι, λειτουργείς ως ο Πρωταθλητής Ευρώπης το φετινό καλοκαίρι.

«Κοίτα, είχα κι άλλα πολύ όμορφα καλοκαίρια μπορώ να πω. Από εκεί και πέρα, για μένα η πίεση είναι δεδομένη, κι αφορά τον ίδιο μου τον εαυτό. Πρώτα εγώ ασκώ πίεση στον εαυτό μου, κι ύστερα περιμένω τους υπόλοιπους. Δεν έγινα καλύτερος προπονητής επειδή κατακτήσαμε την EuroLeague ή θα γινόμουν χειρότερος αν το χάναμε. Ή, για παράδειγμα, πέρσι στο Βελιγράδι δεν ήμουν χειρότερος. Να σου πω την αλήθεια, προσωπικά θεωρώ ότι πέρσι ήμουν καλύτερος. Διαχειριστήκαμε αρκετές αντιξοότητες, παρεμφερείς με αυτές που συνάντησε φέτος η Φενέρμπαχτσε.

Αν μια ομάδα ήταν σταθερή φέτος, αυτή ήταν η Φενέρμπαχτσε. Ήταν πρώτη στη βαθμολογία, έπαιζε ωραίο μπάσκετ, ήταν το μεγάλο φαβορί. Οι συνθήκες που αντιμετώπισε όμως ο Ζέλικο στη Βιτόρια δεν ήταν ιδανικές. Τραυματίας ο ένας, τραυματίας ο άλλος. Άλλαξαν πολλά για εκείνον. Ξαφνικά είναι διαφορετική κατάσταση.

Θα σου θυμίσω το εξής: στο Final Four του Βελιγραδίου είχαμε σε επιστροφή από τραυματισμό τον Νάντο Ντε Κολό και τον Κάιλ Χάινς, που δεν έπαιξαν καθόλου στα playoffs. Χάνουμε τον Λίο Βέστερμαν στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το Final Four, με αποτέλεσμα να μην αγωνιστεί καθόλου και -σαν να μην έφτανε αυτό- ο Αντρέι Βοροντσέβιτς τραυματίζεται στην πρώτη φάση που έπαιξε».

– Σου ασκήθηκε όμως κριτική πέρσι. Ίσως άδικα; Χωρίς να συνυπολογίσει κάποιος τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν;

«Η κριτική είναι κριτική. Δεν με ενδιαφέρει πώς είναι η κριτική. Το θέμα είναι η πίεση, γι αυτό λέω ότι βάζω στον εαυτό μου περισσότερη πίεση από τους υπόλοιπους».

– Αντικειμενικά όμως, κυκλοφορείς με άλλο αέρα φέτος. Αυτό είναι κάτι που υποθέτω ότι μπορείς να αισθανθείς.

«Κοίτα, οι τίτλοι είναι η επιβεβαίωση των προσπαθειών που γίνονται. Αλλά δεν είναι τα πάντα. Υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι προπονητές εκεί έξω, που μπορεί να μην κερδίσουν ποτέ την EuroLeague. Γι αυτό λέω ότι οι τίτλοι είναι η επιβεβαίωση μιας προσπάθειας, δεν την καθορίζουν όμως απόλυτα».

– Δεδομένου ότι έχουν φύγει κάποια σημαντικά παιδιά από την ομάδα, όπως ο Κόρι Χίγκινς και ο Νάντο Ντε Κολό, δείχνει σαν να κλείνει ο κύκλος αυτής της ομάδας. Εσύ πώς το αντιλαμβάνεσαι;

«Γι αυτό μίλησα για ένα όχι τόσο άνετο καλοκαίρι. Η επιτυχία είναι επιτυχία, θα πρέπει να την ευχαριστιούνται όλοι. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να κοιτάς την επόμενη μέρα. Γι αυτό επανέρχομαι εδώ και λέω ότι ο προπονητής δεν σταματάει να σκέφτεται, ακόμη κι αν έχει έτοιμο το ρόστερ της επόμενης σεζόν. Όπως ξέρετε πολύ καλά, ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας του Μαΐου έχει να κάνει με το «χτίσιμο» του καλοκαιριού.

Η αγορά στην Ευρώπη μικραίνει όλο και περισσότερο. Χάνουμε παίκτες από το ΝΒΑ, από την Κίνα. Υπάρχουν τρανταχτά παραδείγματα. Δυστυχώς, μπαίνουμε στη διαδικασία να επιλέξουμε από μικρό καλάθι πλέον. Οι παίκτες κοιτάζουν πρώτα το ΝΒΑ, μετά την Κίνα κι ύστερα την Ευρώπη. Για οποιονδήποτε παίκτη σαν τον Νίκολα Μίροτιτς, που επιστρέφει στην EuroLeague, φεύγουν δέκα για το ΝΒΑ ή την Κίνα. Αυτή είναι πάνω κάτω η αναλογία που υπάρχει τη δεδομένη χρονική στιγμή».

– Κι οι απώλειες, απώλειες.

«Τον Νάντο (Ντε Κολό) και τον Κόρι (Χίγκινς) τους αισθάνομαι σαν γιους μου, μαζί μεγαλώσαμε τα τελευταία χρόνια. Δεν ήρθαν ως Πρωταθλητές Ευρώπης στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας, κι οι δύο όμως κατέκτησαν δύο φορές την EuroLeague μαζί μου -κι είμαι περήφανος γι αυτό. Που τους έχω βοηθήσει στην εξέλιξή τους. Ο Νάντο έγινε MVP, ο Κόρι εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο σημαντικούς παίκτες της διοργάνωσης. Είμαι περήφανος που έχω αναδείξει αθλητές σαν αυτούς.

Προφανώς γιατί έχουν ταλέντο, έχουν χύσει ποτάμια ιδρώτα στο γήπεδο για να φτάσουν σε αυτό το επίπεδο. Είναι πολύ ανταγωνιστικοί παίκτες, παλεύουν. Κι οι δύο ήθελαν να αλλάξουν παραστάσεις, δεν είναι εύκολο να είσαι κάπου για πέντε χρόνια».

– Ίσως παίζει ρόλο κι η Μόσχα, ως περιβάλλον; Πολύ κρύο, βαρύς χειμώνας, χιόνι.

«Δεν θα το έλεγα και θα στο αιτιολογήσω με μια ιστορία. Πριν από λίγο καιρό, ο Νάντο μού είπε, ότι δεν έχει ξαναβρεθεί για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα με την οικογένειά του στο ίδιο μέρος. Ούτε στη Γαλλία, ούτε στην Ισπανία (σ.σ.: η σύζυγός του είναι από τη Βαλένθια). Μου λέει «μεγάλωσαν τα παιδιά μου στη Ρωσία, θέλουμε να αλλάξουμε παραστάσεις». Κοίτα, δεν μπορείς να σταματήσεις κάποιον παίκτη. Να τον αποτρέψεις από κάτι».

– Αυτό δείχνει κιόλας ότι τίποτα δεν είναι εύκολο, ακόμη κι αν μιλάμε για την ΤΣΣΚΑ Μόσχας με το μεγάλο πορτοφόλι.

«Μου ανοίγεις ένα μεγάλο θέμα τώρα. Το μεγάλο πορτοφόλι που λες. Ξέρεις ποιος είναι ο μέσος όρος του προϋπολογισμού των ομάδων της EuroLeague; Είναι 23.500.000€. Δεν μιλάω μόνο για τους παίκτες, μιλάω για όλα: για παίκτες, για προπονητές, για υπαλλήλους, για ταξίδια, για εφορία. Οτιδήποτε αφορά στο κόστος λειτουργίας μιας ομάδας. Η ελληνική, η ισπανική, η γερμανική ομάδα έχει την ίδια εφορία με τη ρωσική ή την τουρκική; Όχι. Οπότε πώς μπορεί μια ομάδα να λέει ότι έχει προϋπολογισμό στα 2.000.000€ ή στα 3.000.000€. Τι εννοεί με αυτό; Τους μισθούς των παικτών; Περιλαμβάνει τις προμήθειες των ατζέντηδων; Τα υπόλοιπα έξοδα;

Οπότε δεν είναι απόλυτα ορθό να γράφεται δεξιά κι αριστερά ότι η ΤΣΣΚΑ Μόσχας έχει τεράστιο πορτοφόλι. ΟΚ, έχουμε ένα πολύ καλό πορτοφόλι, που μας δίνει τα εχέγγυα να είμαστε ανταγωνιστικοί. Μπορώ να σου πω ότι η Ρεάλ Μαδρίτης και η Μπαρτσελόνα έχουν πολύ μεγαλύτερο πορτοφόλι.

Θα σου πω, για παράδειγμα, το εξής: η Μπαρτσελόνα έχει πόσα buy outs τα τελευταία χρόνια. Ταϊρίς Ράις, Πέτερι Κόπονεν, Άνταμ Χάνγκα, Βίκτορ Κλαβέρ. Αυτά είναι μερικά παραδείγματα. Ο προϋπολογισμός της Μπαρτσελόνα λοιπόν φέτος ήταν αρκετά μεγαλύτερος από τον δικό μας ή εκείνον της Ρεάλ Μαδρίτης».

– Άρα η λέξη «δεδομένο» μάλλον δεν ισχύει για κανέναν.

«Ναι. Μπορεί να έχεις υψηλό προϋπολογισμό, αλλά τίποτα δεν είναι δεδομένο. Δεν κερδίζουν τα λεφτά τους αγώνες. Κερδίζουν η χημεία και η ποιότητα των παικτών. Φέτος αυτό είχαμε. Ήταν μία από τις καλύτερες ομάδες συνεργάστηκα κι είχα την τιμή να κοουτσάρω, από πολλές απόψεις. Όχι μόνο από θέμα ταλέντου ή ικανοτήτων ή δουλειάς, αλλά πολλών ακόμη πραγμάτων: αντιστάσεων, στόχων, επαγγελματικής νοοτροπίας, αποδοχής ρόλων και αποδοχής της κριτικής.

Είχα την τιμή να είμαι σημαντικό μέλος των ομάδων του Παναθηναϊκού την περασμένη δεκαετία. Το 2009 ήταν μια τρομερή ομάδα αυτή που είχαμε στο Βερολίνο, ή το 2000 στη Θεσσαλονίκη. Κι αυτή που είχα φέτος στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας μπορεί να συγκαταλεχθεί με εκείνες. Μπορεί να μην έχουμε κατακτήσει τόσους τίτλους όσους με τον Παναθηναϊκό, αλλά είμαι περήφανος γιατί μέσα σε πέντε χρόνια έχουμε φτάσει δύο φορές στην κορυφή της Ευρώπης. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και κάτι ακόμα: το 2016 δημιουργήσαμε οκτώ νέους Πρωταθλητές Ευρώπης, το 2019 ήταν εννέα. Αυτό κάτι δείχνει».

Μέχρι να φτάσεις στο σημείο που είσαι τώρα, στη διάρκεια αυτής της πενταετίας υπήρχαν δύσκολες στιγμές;

«Προφανώς. Μόνο δύσκολες στιγμές».

– Κι αντίστοιχα έντονη κριτική. Υποθέτω έχεις συνηθίσει.

«Η κριτική είναι αποδεκτή. Δεν με πειράζει. Ο χειρότερος κριτικός του εαυτού μου, είμαι εγώ. Ό,τι και να γράφεται ή να λέγεται, εγώ ασκώ τη μεγαλύτερη κριτική σε εμένα. Δεν θα κοιμηθώ το βράδυ, αν θεωρώ ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά, όπως θέλω εγώ μέσα στην ομάδα. Είμαι ανοιχτός στην κριτική, ιδιαίτερα όταν είναι εμπεριστατωμένη και δεν βασίζεται στο γεγονός πως επειδή έχω εργαστεί, για παράδειγμα, στον Παναθηναϊκό, πρέπει ο άλλος που είναι στον Ολυμπιακό, να γράψει εναντίον μου. Αν λοιπόν, κάποιος κάνει κριτική κι έχει βάσεις, προφανώς είναι καλή».

– Άρα κριτική και δύσκολες στιγμές είναι μέρος της καθημερινότητας.

«Όταν αναλαμβάνεις να ηγηθείς μιας προσπάθειας, είτε είσαι CEO μιας εταιρείας, είτε προπονητής σε έναν σύλλογο, είτε διαχειριστής ενός fund, θα πρέπει να αποδεχθείς ότι βρίσκεσαι σε αυτή τη θέση για να λύσεις προβλήματα. Το κάνεις καθημερινά. Αυτή είναι η δουλειά σου».

– Έχεις βοήθεια σε αυτό;

«Προφανώς, μεγάλη βοήθεια. Αφενός λόγω της γνώσης που έχω αποκομίσει όλα αυτά τα χρόνια, αφετέρου χάρη στους συνεργάτες και την οικογένειά μου, η οποία μου δίνει τη δυνατότητα να ξέρω ότι μπορώ να είμαι αφοσιωμένος σε αυτό που κάνω. Να ξέρω ότι δεν θα αποσπώ την προσοχή μου. Η γυναίκα και η κόρη μου, προφανώς χάνουν πολλές από τις ώρες που θα μπορούσα να είμαι εκεί, διαχειρίζονται το γεγονός πως κάποιες φορές μπορεί να πηγαίνω με νεύρα στο σπίτι».

– Έχει μάθει κι η γυναίκα σου τόσα χρόνια, πώς έχει η κατάσταση. Ένας δεύτερος προπονητής στο σπίτι.

«Ναι, η γυναίκα μου είναι ήδη προπονημένη σε αυτά. Είκοσι χρόνια είμαστε μαζί, έχει ζήσει πάρα πολλά δίπλα μου».

– Η σχέση σου με τα media ποια είναι; Μπαίνεις στη διαδικασία να διαβάσεις τι γράφεται για σένα ή για την ομάδα ή προτιμάς να απέχεις για να μην κουράζεις περισσότερο το μυαλό σου;

«Ειλικρινά, δεν διαβάζω το παραμικρό. Τίποτα. Υπάρχει περίπτωση να έρθουν οι συνεργάτες μου να μου πουν ότι κάποιος έγραψε κάτι, εκεί ίσως ασχοληθώ για λίγο. Αλλά γενικά δεν ασχολούμαι καθόλου. Ενημερώνομαι από πολιτικές ιστοσελίδες, με ενδιαφέρει τι γίνεται στον κόσμο. Στη διάρκεια της σεζόν δεν χρειάζεται όμως να αποσπάται η προσοχή μου, επειδή κάποιος έγραψε κάτι. Είτε είναι καλό, είτε είναι κακό.

Είτε θεωρεί ότι είμαι ο καλύτερος προπονητής του κόσμου, είτε ότι είμαι μυρωδιάς. Δεν με αφορά και δεν με απασχολεί. Δεν διαβάζω γιατί δεν με ενδιαφέρει τι θα γράψει κάποιος, με ενδιαφέρει η κριτική των παικτών μου και αυτών που βρίσκονται στην ομάδα. Ξέρεις, κάποιος με έχει υπογράψει στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας και με πληρώνει για να ηγηθώ μιας προσπάθειας. Οι υπόλοιποι περισσεύουν.

Το καλύτερο ξέρεις ποιο είναι; Από τότε που πήγα στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας, φεύγω. Νομίζω κάθε καλοκαίρι γίνεται αυτό. Κι όμως, έχουν περάσει πέντε χρόνια κι είμαι ακόμη εκεί. Γελάω, αλλά έτσι είναι τα πράγματα».

– Έλλειψη σεβασμού έχεις νιώσει; Όχι εντός της ομάδας, αλλά εκτός αυτής.

«Ο μεγαλύτερος σεβασμός που εισπράττεις είναι όταν έρχεται ο Κόρι Χίγκις και κλαίει στην αγκαλιά σου και λέει «σε αγαπώ σαν πατέρα». Όταν έρχεται ο Νάντο Ντε Κολό και μου λέει «κόουτς, εσύ με έπεισες να φύγω από το ΝΒΑ και να έρθω στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Εσύ, το πλάνο σου και ο λόγος σου». Για μένα αυτά είναι δείγματα του σεβασμού, αυτά με απασχολούν. Το γεγονός για παράδειγμα πως ο Ουίλ Κλάιμπερν ήρθε στην ομάδα κι έγινε MVP, ότι ο Οθέλο Χάντερ κατάφερε μαζί μας να κατακτήσει την EuroLeague, κάτι που δεν είχε πετύχει ούτε με τη Σιένα, ούτε με τον Ολυμπιακό, ούτε με τη Ρεάλ Μαδρίτης. Να έχω τον Μίλος Τεόντοσιτς στην ομάδα και να παίρνει μαζί μου για πρώτη φορά στην καριέρα του την EuroLeague κι ύστερα να με καλεί στον γάμο του και να μου λέει «είσαι από τους προπονητές που σέβομαι». Αυτή είναι η επιβράβευση κι ο σεβασμός που κερδίζω».

Σε εκείνο το σημείο, ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού παρεμβαίνει για να χαιρετήσει τον κόουτς. Ο Νίκος Κυριακόπουλος δεν είναι απλός θαυμαστής του Δημήτρη Ιτούδη, είναι φίλος του. Εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Λίγα δευτερόλεπτα αφού αποχωρεί από το τραπέζι, ο κόουτς μάς εξηγεί πώς ξεκίνησε αυτή η σχέση.

«Η «Νησιώτισσα» έχει γίνει κομμάτι της ζωής μου. Εδώ κάναμε τα τραπέζια του Παναθηναϊκού. Κι όταν ήρθα για πρώτη φορά με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας για προετοιμασία στο Καρπενήσι, σταματήσαμε εδώ για να φάμε. Κάναμε ένα μεγάλο τραπέζι κι ύστερα φύγαμε».

– Κι έτσι άρχισαν να χτίζονται οι δεσμοί εντός της ομάδας. Από ένα τραπέζι κι εν συνεχεία την καθημερινή τριβή.

«Αυτό είναι μεγαλύτερο από τα τρόπαια και οποιαδήποτε ατομική ή ομαδική διάκριση. Αυτό μετράει, οι σχέσεις ζωής, κι όχι οι αριθμοί. Έχουμε μεγαλώσει γενιές παιδιών τόσο στον Παναθηναϊκό όσο και στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Πέντε χρόνια στη Ρωσία είναι πολλά, για μένα είναι επιβράβευση».

– Είχες την τύχη να βρίσκεσαι στο εξωτερικό από το 2013 (πριν από την ΤΣΣΚΑ Μόσχας προηγήθηκε η μονοετής συνεργασία με την Μπάνβιτ). Λέμε τύχη γιατί δεν βίωσες την οικονομική κρίση της Ελλάδας εκ των έσω, αλλά ως εξωτερικός παρατηρητής. Τι σκεφτόσουν όλα αυτά τα χρόνια, δεδομένων όσων γίνονταν εδώ;

«Τα ξέρω γιατί όλοι περνούν δύσκολα, δεν είναι απλά τα πράγματα. Ο πατέρας μου έχει χαμηλή σύνταξη όλα αυτά τα χρόνια. Έχω την τιμή να γνωρίζομαι προσωπικά με αρκετούς ανθρώπους που δραστηριοποιούνται είτε στον επιχειρηματικό είτε στον πολιτικό χώρο. Επί τη ευκαιρία, θέλω να δώσω συγχαρητήρια στον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη για την ανάδειξή του ως νέος πρωθυπουργός της χώρας. Ελπίζω κι αυτός, αλλά κι οι προηγούμενοι να καταλάβουν ότι η Ελλάδα χρειάζεται να βγει από όλο αυτό το πρόβλημα και την κρίση. Έχουμε πολλές ομορφιές κι αξιόλογους ανθρώπους.

Όλοι μας θα πρέπει να κάνουμε θυσίες. Να σας πω μία, που αναφέρθηκε κιόλας από τον Ρικ Πιτίνο; Είναι το κάπνισμα. Στη Μόσχα στο -20, ο κόσμος βάζει το παλτό του, βγαίνει έξω από το μαγαζί και κάνει το τσιγάρο του. Γιατί λοιπόν μπορεί να το κάνει κάποιος στη Ρωσία, κι όχι στην Ελλάδα;

Είναι θέμα παιδείας.

Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το κάπνισμα. Γιατί όταν πηγαίνω να δω ένα παιχνίδι της Χίμκι, οι φίλαθλοι δεν έχουν πρόβλημα και βγάζουν φωτογραφίες μαζί μου; Αυτό δεν μπορεί να γίνει στην Ελλάδα. Γιατί σε ευρωπαϊκό παιχνίδι ανάμεσα σε Παναθηναϊκό και Ολυμπιακό δεν γίνονται έκτροπα, ενώ στο πρωτάθλημα γίνονται; Δεν υπάρχουν νόμοι;».

– Ο Αντρέι Βατούτιν τι λέει για όλα όσα γίνονται στην Ελλάδα τους τελευταίους μήνες;

«Δεν είναι όμορφο, όταν μια ομάδα όπως ο Ολυμπιακός, που έχει τόσες επιτυχίες, να πηγαίνει στη δεύτερη κατηγορία. Μια συνειδητή επιλογή, όπως διαβάζω, γιατί δεν συμφωνούσε με κάποια πράγματα. Εμείς, από τόσο μακριά, δεν μπορούμε να κρίνουμε. Κι ο Αντρέι Βατούτιν με ρωτάει τι γίνεται, δεν ξέρω τι να του απαντήσω ακριβώς. Δεν μπορώ να είμαι κριτής των πάντων ή να πάρω θέση. Είναι προφανώς μια άσχημη κατάσταση.

Όσον αφορά το μέλλον, ίσως είναι μια κίνηση. Για ομάδες όπως ο Ολυμπιακός κι ο Παναθηναϊκός είναι πιο κερδοφόρο να παίζουν στην Ευρώπη, και να γυρνούν μετά στο ελληνικό πρωτάθλημα. Όπως και για την ΤΣΣΚΑ Μόσχας, ή τον Ερυθρό Αστέρα και τη Ρεάλ Μαδρίτης με την Μπαρτσελόνα. Χωρίς να θέλω να θίξω κάτι ή κάποιον.

Έχω μιλήσει στον κ. Τζόρντι Μπερτομέου για το πώς η EuroLeague θα μπορούσε να είναι μια κλειστή λίγκα. Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι κάποια ομάδα δεν μπορεί να μπει σε αυτή, εφόσον παρουσιάσει ένα ωραίο αναπτυξιακό πλάνο. Στο ΝΒΑ δεν ήταν εξαρχής τριάντα οι ομάδες. Πιο πίσω ήταν δεκαοχτώ, μετά είκοσι και με την εξάπλωση του αθλήματος φτάσαμε στις τριάντα. Υπήρχαν όμως κάποιες προϋποθέσεις για να γίνει αυτό, από τα ξενοδοχεία μέχρι τα γήπεδα και τα αεροδρόμια».

– Το ΝΒΑ θα μπορούσε να αποτελέσει το πρότυπο για μια τέτοια διοργάνωση, για να μπουν οι βάσεις για κάτι ακόμα μεγαλύτερο;

«Προφανώς το ΝΒΑ μπορεί να μας διδάξει πολλά πράγματα, δεν μπορούμε όμως να είναι απόλυτα το πρότυπο. Εκεί υπάρχει κεντρική τηλεοπτική διαδικασία, τα φορολογικά είναι ίδια με κάποιες μικρές αλλαγές -από πολιτεία σε πολιτεία. Στην Ευρώπη είναι δέκα διαφορετικά φορολογικά καθεστώτα. Ακόμη κι η Μπασκόνια έχει διαφορετικό φορολογικό καθεστώς από την Μπαρτσελόνα ή τη Ρεάλ Μαδρίτης. Αυτά πρέπει να τα βάζεις σε ένα κοινό πρίσμα για να το οργανώσεις. Στη διάρκεια του EuroLeague Coaches Clinic, οι οικονομολόγοι μάς εξήγησαν το πώς μπορεί να δομηθεί όλο αυτό.

Η EuroLeague επιχειρεί να προστατεύσει το προϊόν μέσω του Financial Fair Play, με τη λογική ότι το 60% του προϋπολογισμού θα πρέπει να πηγαίνει στους αθλητές και το υπόλοιπο στους υπαλλήλους και την ανάπτυξη του συλλόγου».

– Για να επιστρέψουμε στο κομμάτι των εσωτερικών της ομάδας και των σχέσεων: έχεις σκεφτεί ότι λειτουργείς ταυτόχρονα ως προπονητής και πατέρας των παικτών σου;

«Με κάποιους από αυτούς είναι έτσι, όχι με όλους. Για παράδειγμα, στη διάρκεια της σεζόν ο Άλεκ Πίτερς μού γνώρισε τον πατέρα του, ο οποίος είναι πιο νέος από μένα. Μόλις τον είδα, λέω «ωπ, μεγάλωσα αρκετά» (γελάει). Είμαι αρκετά χρόνια στον χώρο, αλλά δεν το έχω συνειδητοποιήσει. Συνειδητά επέλεξα να μην παίξω, για να διδαχθώ και να μάθω από τους καλύτερους. Έχω μαζέψει αρκετές εμπειρίες και μαθήματα από σπουδαίους ανθρώπους, όπως ο Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς και ο Ντούσαν Ίβκοβιτς ή ο Τζο Ντούμαρς. Σίγουρα είναι πολλοί ακόμη, τους οποίους πρέπει να αναφέρω».

– Κι αντίστοιχα, ως… πατέρας φροντίζεις για όλα για τους παίκτες σου.

«Ναι, μάλιστα φέτος φτάσαμε στο επίπεδο να πληρώσω δείπνο για τους παίκτες μου, χωρίς να είμαι εγώ παρών. Γιατί έτσι αισθάνονταν καλύτερα κι αυτοί, να είναι μεταξύ τους. Μου είπε ο Κάιλ (Χάινς) «κόουτς, αλλιώς είναι όταν είσαι εκεί, κι αλλιώς όταν είμαστε μόνοι μας». Τους είπα, πηγαίνετε εκεί που θέλετε, φάτε και πιείτε και θα κανονίσω εγώ τα υπόλοιπα με τον ιδιοκτήτη».

– Είναι αυτό που λέγαμε νωρίτερα, ότι δηλαδή οι σχέσεις από ένα σημείο κι έπειτα πάνε σε άλλο επίπεδο.

«Ισχύει. Έχω φάει μαζί με αρκετούς αθλητές μου, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν θα γίνεται κριτική. Ο Νάντο (Ντε Κολό) μου είχε πει να πάμε για φαγητό, για να συζητήσουμε διάφορα πράγματα εκτός γηπέδου, στο παρκέ όμως είναι διαφορετικά. Εκεί είναι δουλειά και ρόλοι. Ο καθένας πληρώνεται για κάποιον λόγο».

– Μπορείς να κάνεις μια σύγκριση ανάμεσα στα αποδυτήρια και το σπίτι σου; Αναφορικά με το τι είναι πιο δύσκολο: μια κόρη στο σπίτι ή δεκαπέντε άντρες στο γήπεδο.

(γελάει) «Πίστεψε με, κι η κόρη είναι κάτι δύσκολο. Όλα έχουν τη χάρη τους. Εφόσον αποδέχεσαι να είσαι πατέρας, CEO, προπονητής ή leader ενός γκρουπ, πρέπει να είσαι έτοιμος να λύσεις προβλήματα. Αν δεν είσαι έτοιμος να ηγηθείς, τότε μην ηγείσαι. Κι ο ρόλος στο σπίτι έχει να κάνει με την ηγεσία, ο ρόλος του γονιού είναι να προβλέπει και να παίρνει τις καλύτερες αποφάσεις».

– Θέλω να σε πάω λίγο στον τελικό της Βιτόρια, για την ακρίβεια λίγο μετά το φινάλε του. Υπάρχει μια εικόνα για την οποία όλη η Ευρώπη μιλούσε: η αγκαλιά σου με τον Αντρέι Βατούτιν και τα δάκρυά σας. Αν μπορούσα να τη μεταφράσω με λόγια, θα έλεγα ότι ήταν το ξέσπασμα, η αποβολή της εσωτερικής έντασης τόσων μηνών, από την ημέρα που ξεκίνησε η προετοιμασία μέχρι το βράδυ του τελικού με το βάρος του «πρέπει» να συνοδεύει κάθε σας βήμα. Πώς ήταν ακριβώς;

«Τα είπες όλα. Είπες ένα «πρέπει». Θα είστε οι πρώτοι που θα πω το εξής. Γενικότερα, τα πέντε χρόνια που είμαι στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας υπάρχουν πολλά «πρέπει» τόσο στο συμβόλαιό μου όσο και στην καθημερινότητα. Κι αυτό έχει να κάνει επίσης με το συμβόλαιο που έχω εγώ με τον εαυτό μου, λέω «πρέπει να παίξουμε καλά, πρέπει να κερδίσουμε αυτό το παιχνίδι, πρέπει να κάνουμε εκείνο».

Η φετινή σεζόν ήταν με ένα τεράστιο «πρέπει» μπροστά. Έπρεπε να κερδίσουμε την EuroLeague, αλλιώς δεν θα συνεχιζόταν η συνεργασία μας. Αν θέλαμε, να συνεχιστεί. Είτε από μέρους μου, είτε από την πλευρά της ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Αυτό το «πρέπει» διαμορφώθηκε πέρσι το καλοκαίρι. Ήμουν στη Νέα Υόρκη για δέκα ημέρες, μίλησα στο τηλέφωνο με τον Αντρέι Βατούτιν και συζητήσαμε αυτό το «πρέπει».

Αυτό βέβαια έχει να κάνει επίσης με το γεγονός ότι θέλω να τον κάνω περήφανο. Αυτός με επέλεξε, μην το ξεχνάμε αυτό. Ήμουν δική του επιλογή. Θέλω λοιπόν να τον κάνω καθημερινά περήφανο. Προφανώς το τρόπαιο τού δίνει τη δυνατότητα να νιώθει δικαιωμένος, να έχει μεγαλύτερη δύναμη για να πει ότι η επιλογή του ήταν σωστή.

Αυτή η στιγμή λοιπόν, με την αγκαλιά και τα δάκρυα ήταν το επιστέγασμα όλων αυτών. Πολύ σωστά το έθεσες. Ναι, εκεί νιώσαμε ότι δικαιωθήκαμε».

– Όλη αυτή η προσπάθεια περιελάμβανε κι ένα κάπως κινηματογραφικό βίντεο.

«Ναι, ο Αντρέι (Βατούτιν) είχε μια πολύ ωραία ιδέα να φτιάξουμε ένα βίντεο, εμπνευσμένο από το Ocean’s Eleven. Όταν μου το είπε, του απάντησα «δεν είναι λίγο υπερβολικό, δεν πιστεύεις ότι βγάζουμε αλαζονική εικόνα προς τα έξω;». Γενικότερα, η ΤΣΣΚΑ Μόσχας ίσως δίνει αυτή την εικόνα, οπότε δεν ήθελα να πάμε προς κάτι τέτοιο. Ίσως και να μην είναι έτσι, αλλά αυτή είναι η εντύπωση ίσως που υπάρχει. Δεν το θέλουμε όμως αυτό το πράγμα. Σε εκείνον άρεσε όμως, μου είπε «όχι, είναι μια χαρά».

Μετά το είδαν και τους άρεσε. Εν τέλει δικαιώθηκε αυτή η προσπάθεια. Με πάρα πολύ κόπο και αμφισβητίες. Ίσως ήταν η πρώτη χρονιά που πήγαμε ως αουτσάιντερ, με την αντίληψη ότι είμαστε τρωτοί».

– Έχοντας ζήσει τόσα πολλά σε όλη αυτή τη διαδρομή, μήπως τελικά το κλισέ του «η ήττα κάνει καλό σε μια ομάδα» επιβεβαιώνεται;

«Αυτό έχει αποδειχθεί στην πράξη, κι ας είναι κλισέ. Πηγαίναμε τρένο, χάναμε τον τίτλο στην EuroLeague. Το ίδιο με τη Φενέρμπαχτσε. Η ουσία είναι πως σε αυτό το format της EuroLeague, πρώτος στόχος για όλους είναι η οκτάδα. Κι η ΤΣΣΚΑ Μόσχας αυτό έχει πάντα ως αρχικό στόχο. Μπορεί κάποιος να λέει «τι μας λες τώρα, εσύ είσαι δεδομένα στο Final Four. Έχεις αυτόν, αυτόν κι αυτόν τον παίκτη». Έτσι λέει ο κόσμος. Έτσι δεν λένε;».

– Κι αν η ΤΣΣΚΑ Μόσχας λέει κάθε καλοκαίρι ότι στόχος είναι η οκτάδα, ο Παναθηναϊκός κι ο Ολυμπιακός τι θα πουν;

«Το ίδιο. Ο στόχος της ομάδας είναι πάντα η οκτάδα, ο δεύτερος είναι το πλεονέκτημα έδρας στα playoffs. Εφόσον είσαι λοιπόν στην τετράδα, κοιτάς μήπως μπορέσεις να είσαι πρώτος ή δεύτερος. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει κάτι επί της ουσίας, γιατί ο αντίπαλος θα είναι ούτως ή άλλως πολύ απαιτητικός. Αντί να παίξεις με τη Φενέρμπαχτσε, θα παίξεις με την Αναντολού Εφές ή με την Μπαρτσελόνα. Δεν αλλάζει δραματικά η ζωή σου λοιπόν. Ήταν, για παράδειγμα, εύκολος αντίπαλος η Μπασκόνια στα playoffs; Είχε το Final Four στο γήπεδό της, διέθετε τρομερό κίνητρο. Ίσως ήταν ο χειρότερος δυνατός αντίπαλος τη δεδομένη χρονική στιγμή. Ο τρίτος στόχος είναι το Final Four. Έτσι τα έχω δομήσει στο μυαλό μου.

Έχω εξηγήσει ότι η ήττα είναι κάτι υγιές, σε βοηθάει σε βάθος χρόνου. Το έχω πει πολλές φορές. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, ούτε για την ΤΣΣΚΑ Μόσχας ούτε για κανένα. Ο κόσμος μπορεί να θεωρεί πως ό,τι κι αν γίνει, η ΤΣΣΚΑ Μόσχας θα είναι στο Final Four. Δεν είναι έτσι όμως. Δεν με ενδιαφέρει να γίνω αρεστός, αυτή είναι η πραγματικότητα. Ό,τι κερδίσαμε, το κερδίσαμε με κόπο. Των παικτών, της διοίκησης, όλων».

– Οι παίκτες πολλές φορές ρωτώνται για το πώς νιώθουν όταν παίζουν στην έδρα του μεγάλου αντιπάλου, όταν το κλίμα είναι εχθρικό. Κι οι περισσότεροι απαντούν ότι αυτό τους εξιτάρει. Για σένα πώς είναι κάτι τέτοιο;

«Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα από το να είσαι σε ένα γεμάτο γήπεδο, το οποίο είναι εναντίον σου. Αρκεί να είναι σε κόσμια επίπεδα. Θα σου πω ότι μεταξύ των τροπαίων που έχω, υπάρχει μία πέτρα. Με χτύπησε στον αστράγαλο στους τελικούς του 2001 με την ΑΕΚ. Αν αυτή η πέτρα με έβρισκε στο κεφάλι, θα είχα πρόβλημα. Δεν θα ήμασταν εδώ να μιλάμε. Ευτυχώς με χτύπησε μόνο στον αστράγαλο. Προφανώς κι ο Νίκος Αργυρόπουλος θα έχει κάτι άλλο να θυμάται, ο Κάιλ Χάινς και ο Δημήτρης Διαμαντίδης κάτι διαφορετικό. Καταλαβαίνετε τι εννοώ. Δεν το χρειαζόμαστε αυτό.

Ένα γεμάτο γήπεδο όμως, ναι, σε εξιτάρει. Πήγαμε στη Βιτόρια μετά το «μπρέικ» στα playoffs φέτος και ξέραμε τι θα συναντήσουμε. Δεν πιστεύαμε ότι θα είναι ωραία η ατμόσφαιρα ή ρόδινη. Πήγαμε προετοιμασμένοι. Ή, θα σας πάω ακόμη πιο πίσω, όταν ήμουν στον Παναθηναϊκό και παίζαμε με τη Σιένα για την πρόκριση στο Final Four του Βερολίνου.

Μας περίμεναν τρεις χιλιάδες άτομα έξω από το γήπεδο, μας έβριζαν. Όλο αυτό μας εξίταρε. Το γήπεδο ήταν μικρό, όλοι ήταν από πάνω μας, κρέμονταν σαν τα σταφύλια».

– Μίλησες νωρίτερα για το κομμάτι της ήττας. Έχεις φροντίσει κι εσύ να ανεβάσεις σημαντικά τον πήχη, δεδομένου ότι η ΤΣΣΚΑ Μόσχας επί των ημερών σου παίζει ωραίο μπάσκετ, κερδίζει συνεχώς. Όλα είναι συγκοινωνούντα δοχεία.

«Είμαι πέντε χρόνια στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας, από το 2014 έως τώρα. Σε αυτό το διάστημα, έχετε δει τα νούμερα που έχουμε στα playoffs; Την πρώτη χρονιά κάναμε το 9/9 σε τρεις σειρές, τη δεύτερη κάναμε 9/10 (χάσαμε ένα παιχνίδι από την Ούνικς Καζάν), την τρίτη κάναμε επίσης το 9/9, την τέταρτη επειδή είχε Final Four παίξαμε πέντε αγώνες, όπου πάλι είχαμε το απόλυτο (5/5) και φέτος κάναμε πάλι το 9/9. Αυτό συνολικά βγάζει 41-1. Κάναμε μόνο μία ήττα σε πέντε χρόνια.

Αυτό δεν είναι υγιές. Με τη λογική ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα φυσιολογικό. Κάποιος που δεν με ξέρει καλά, μπορεί να πει ότι υπερηφανεύομαι. Αλλά δεν είναι έτσι. Προσπαθώ να σας δώσω να καταλάβετε ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Είναι τρομακτικό το νούμερο.

Μακάρι να ήμασταν αήττητοι, πάντα εκεί σε όλα. Δεν είναι απλό. Στην EuroLeague έχουμε το 5/5 σε παρουσίες σε Final Four. Η Φενέρμπαχτσε έχει 5/6, η Ρεάλ Μαδρίτης έχει 5/8 σε Final Four. Κι αντίστοιχα, εμείς έχουμε 2/5 κατακτήσεις, η Φενέρμπαχτσε 1/6 κατακτήσεις κι η Ρεάλ Μαδρίτης 2/8 κατακτήσεις. Άρα προφανώς από άποψη αριθμών, η ΤΣΣΚΑ Μόσχας είναι πιο επιτυχημένη. Μιλάω μόνο για τους αριθμούς, όχι για υποκειμενικά κριτήρια. Μπορεί σε κάποιον να μην αρέσει το μπάσκετ που παίζουμε ή κάτι.

Το 5/5 δεν είναι υγιές. Κι εγώ αυτό θα ήθελα, το απόλυτο, σε έναν ιδανικό κόσμο. Όπου δεν έχεις τραυματισμούς, ή εξωγηπεδικές καταστάσεις να επηρεάσουν το σύνολο. Για παράδειγμα, ως προπονητής καλούμαι να διαχειριστώ πόσους παίκτες, οι οποίοι έχουν οικογένεια, παιδιά, κοπέλες, χωρισμούς, έρωτες, απογοητεύσεις. Χίλια δυο πράγματα και παραμέτρους, που ουδείς εκτός ομάδας γνωρίζει.

Αυτό λοιπόν συζητήσαμε με τα παιδιά πριν από το τρίτο παιχνίδι με την Μπασκόνια: ότι οφείλουμε στους εαυτούς μας να ανατρέψουμε την κατάσταση και να απαντήσουμε στο «μπρέικ». Κανέναν δεν ενδιαφέρει, ποιοι είναι οι haters ή οι doubters. Μόνο η νίκη τούς ενδιαφέρει».

– Υπάρχει κάποιο μοτίβο, κάποια ενδεδειγμένη διαδρομή για τη διαχείριση καταστάσεων;

«Η προπονητική δεν έχει να κάνει μόνο με «Xs and Os». Έχει να κάνει με πολλά ακόμη. Με την εμπειρία, με τις εικόνες που αποκτάς. Δεν υπάρχει ένα βιβλίο, που να λέει πώς να λειτουργήσεις σε κάθε περίπτωση. Δεν υπάρχει blueprint πώς θα διαχειριστείς την κατάσταση, όταν ο Οθέλο Χάντερ δεν νιώθει καλά για παράδειγμα, ή όταν ο Νάντο Ντε Κολό εκνευριστεί που έγινε αλλαγή. Κι αυτό είναι που επισημαίνω. Πρέπει να είσαι έτοιμος να διαχειριστείς προβλήματα, γιατί μόνο τέτοια συναντάς».

– Πάνω σε αυτό: γι αυτό ίσως στην Αγγλία χρησιμοποιούν διαφορετικό όρο για τους προπονητές στις ομάδες της Premier League. Δεν τους χαρακτηρίζουν «coaches» αλλά «managers».

«Πάρα πολύ σημαντικό. Αυτό θα μπορούσε να επιφέρει αλλαγή στον τίτλο που δίνεται στους προπονητές στην EuroLeague. Αλλά είναι κάτι σύνθετο. Καταλαβαίνω γιατί το χρησιμοποιούν, γιατί όλα έχουν να κάνουν με τη διαχείριση. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τους αγώνες και τους παίκτες. Για παράδειγμα, στη Ρωσία έχουμε πολλά ταξίδια και διαφορετική ζώνη ώρας από περιοχή σε περιοχή ενδεχομένως.

Μέσα στην ίδια χώρα μπορεί να έχουμε jet lag. Έχει τύχει να πάμε από την Ισπανία στη Μόσχα, κι από εκεί στο Κρασνογιάρσκ. Στο σύνολο είναι δέκα ώρες πτήσεις, συν ότι υπάρχει διαφορά ώρας ανάμεσα στις δύο ρωσικές πόλεις. Δεν μπορεί λοιπόν η ΤΣΣΚΑ Μόσχας να λειτουργήσει χωρίς δικό της αεροπλάνο. Αν δεν το είχαμε, δεν θα ήμασταν συνέχεια σε αυτό το επίπεδο.

Πρέπει λοιπόν να κάνεις managing σε πόσα πράγματα.

– Κι αυτό είναι πολύπλευρο υποθέτω. Δεν έχει να κάνει μόνο με συναισθήματα, αλλά με πολλά περισσότερα.

«Ναι, περιλαμβάνει ένα κάρο πράγματα: συναισθήματα, ψυχολογία, σωματική καταπόνηση. Τα πάντα.

Αν δεις τα στατιστικά μας, θα δεις ότι υπάρχει μεγάλη προσοχή στο κομμάτι της διαχείρισης. Ο Νάντο (Ντε Κολό), για παράδειγμα, μπορεί σε ένα παιχνίδι να παίξει είκοσι λεπτά, σε άλλο τριάντα σε άλλο τριάντα πέντε. Σε βάθος χρόνου όμως τον διαχειριζόμαστε για να είναι σε καλή κατάσταση. Υπάρχουν διαφορετικές συνθήκες ανά περίσταση.

Στο ΝΒΑ υπάρχουν κάποιοι που επί της ουσίας είναι πιο πάνω από τον προπονητή, άσχετα που δεν πληρώνονται όσο αυτός. Με την έννοια ότι κάτι σαν performance advisor. Δουλεύει μαζί με τον γυμναστή, κι αποφασίζουν για τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστεί ο προπονητής έναν παίκτη. Λένε, για παράδειγμα, ότι αυτόν τον παίκτη δεν θα τον πειράξεις για είκοσι μέρες. Δεν μπορεί λοιπόν μετά να τον πειράξεις και να τον βάλεις να παίξει.

Είχαμε κι εμείς κάτι αντίστοιχο στον Παναθηναϊκό. Από τις αιματολογικές, βλέπαμε ότι ο Νίκος Χατζηβρέττας έχει κίνδυνο τραυματισμού. Τον αφήναμε έξω δύο εβδομάδες. Το ίδιο για κάθε παίκτη. Αυτό είναι η διαχείριση, κι αφορά τους πάντες. Τους προπονητές, τους γυμναστές, τους φυσικοθεραπευτές. Τους πάντες μέσα σε μια ομάδα για να προφυλάσσονται οι παίκτες όσο το δυνατόν περισσότερο και να προλαμβάνονται τραυματισμοί. Αυτό είναι κάτι που δουλεύουμε πολύ στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας, κι ομολογώ πως έχουμε κάνει μεγάλα βήματα προόδου όλα αυτά τα χρόνια.

Κι αυτό έχει να κάνει από τα μηχανήματα υποστήριξης για τους αθλητές, μέχρι τις μετρήσεις και οτιδήποτε άλλο αφορά την κόπωση και την επιβάρυνση που δέχονται. Θέλουμε ο καθένας να έχει τον ρόλο του και να υπάρχει συνεργασία.

Δυστυχώς, είναι δεδομένο ότι σε κάθε σεζόν θα έχεις απώλειες και τραυματισμούς. Απλά με όλα αυτά που ανέφερα, επιχειρείς να τους περιορίσεις.


 

– Με τόσα που έχεις πει, κι άλλα τόσα που έχεις ζήσει, μάλλον πρέπει να σκεφτείς να γράψεις ένα βιβλίο.

Ο Νίκος Κυριακόπουλος, έχει επιστρέψει στο τραπέζι για να δει αν χρειαζόμαστε κάτι άλλο. Ο Δημήτρης Ιτούδης γυρνάει προς το μέρος του και τον ρωτάει: «Τι λες, Νίκο; Να γράψω βιβλίο;».

Για να απαντήσει αμέσως μετά:

«Είχα κι έχω προτάσεις να το κάνω, αλλά θεωρώ ότι προηγούνται κάποιοι άλλοι. Αισθάνομαι πολύ μικρός για να το κάνω αυτό. Αυτή την στιγμή όμως δεν το σκέφτομαι. Αν γίνει κάποια στιγμή κάτι τέτοιο, θα το αναλάβει επαγγελματίας. Κρατάω πάντως σημειώσεις από κάθε χρονιά που είμαι στη δουλειά. Κι αυτό μοιράστηκα επίσης στο Διεθνές Σεμινάριο του ΣΕΠΚ.

Θα σου πω ένα παράδειγμα: έκανα περισσότερη προπόνηση απ’ ότι έπρεπε.

Με τον Φίλιππο κάναμε προπόνηση στο Αλεξάνδρειο. Στο ίδιο γήπεδο έκαναν προπόνηση επίσης μια γυναικεία ομάδα βόλεϊ, ο ΠΑΟΚ κι ο Άρης. Ανάλογα με το πότε είχαν αγώνα στην Ευρώπη, οι δυο τους έπαιρναν συγκεκριμένες ώρες. Εν πάσει περιπτώσει, είχαμε την επιλογή είτε να κάνουμε 15:00 – 17:00 είτε 21:00 – 23:00. Τη δεύτερη ώρα την πήρε η γυναικεία ομάδα βόλεϊ, οπότε σε εμάς έμεινε το 15:00 με 17:00.

Είχαμε προπόνηση λοιπόν στις 08:00 και μετά πάλι στις 15:00. Με το μυαλό που έχω τώρα, σκέφτομαι ποια ομάδα θα έκανε προπόνηση σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Ακόμα το σκέφτομαι. Προπονητικά, αυτό δεν γίνεται να ακολουθηθεί.

Μου λέει λοιπόν ένας παίκτης τότε «ρε κόουτς, στον Φίλιππο ήρθα, όχι στη Ρεάλ Μαδρίτης. Αν ήξερα ότι θα κάνουμε έτσι, θα πήγαινα σε άλλη ομάδα». Εγώ είχα την όρεξη να δώσουμε, αλλά αυτό ήταν πολύ. Το αντέξαμε, πήγαμε καλά και μπράβο στους αθλητές. Αλλά έκανα λάθος».

– Έχει αλλάξει πολύ ο τρόπος μετάδοσης των πληροφοριών στους παίκτες όλα αυτά τα χρόνια. Δεδομένου ότι ο διαθέσιμος χρόνος περιορίζεται ολοένα και περισσότερο για τους παίκτες, από την στιγμή που αυξάνεται ο αριθμός των αγώνων, τι δυνατότητα υπάρχει για να μπορέσει ο παίκτης να αφομοιώσει όλα όσα θέλετε οι προπονητές πριν από έναν αγώνα;

«Κι αυτό το αλλάξαμε. Πλέον δεν μπορεί να πάρει τόσες πολλές πληροφορίες, τα δίνουμε όσο το δυνατόν πιο απλά. Είναι κάτι που συζητάμε με τους συνεργάτες μου, για να το περιορίσουμε ακόμη περισσότερο του χρόνου σε θέμα όγκου. Να μην είναι δέκα σελίδες το scouting που θα παίρνει στα χέρια του κάθε παίκτης, αλλά δύο. Να είναι όσο το δυνατόν πιο περιεκτικό και απλό αυτό που πρέπει να λάβει από τους προπονητές. Κι αν σε αυτό προσθέσεις πόσα πράγματα προσθέτουμε στο παιχνίδι μας στη διάρκεια της χρονιάς, καταλαβαίνεις ότι οι παίκτες δέχονται υπερφόρτωση πληροφοριών. Ενδεικτικά θα σου πω ότι στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας μπορεί να ξεκινάμε με τριάντα συστήματα και να καταλήγουμε στα ογδόντα, στο τελευταίο παιχνίδι της σεζόν. Αντιλαμβάνεσαι για τι όγκο μιλάμε».

Ο επίλογος γράφτηκε κάπου εκεί, προς το παρόν. Το ραντεβού ανανεώθηκε για το κοντινό μέλλον. Είτε στη «Νησιώτισσα» είτε κάπου αλλού. Με έναν κοινό παρονομαστή: την ΤΣΣΚΑ Μόσχας και την προσπάθεια να διατηρήσει τα σκήπτρα της.

Πηγή: Sport 24

Pin It on Pinterest

Shares
Share This